Skip to content

Πολιτική κατά των διακρίσεων, της παρενόχλησης και των πρακτικών απασχόλησης/παροχής υπηρεσιών που εισάγουν διακρίσεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 

 

Πολιτική κατά των διακρίσεων, της παρενόχλησης και των πρακτικών απασχόλησης/παροχής υπηρεσιών
που εισάγουν διακρίσεις

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ: 13/11/2025

 

Υποβάλετε αναφορά για κάποιο ανησυχητικό θέμα απευθείας στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων:

Η φόρμα είναι επίσης διαθέσιμη από κινητή συσκευή ή ταμπλέτα κάνοντας χρήση αυτού του κωδικού QR:

 

  • Μπορείτε επίσης να καλέσετε τον παρακάτω αριθμό για να υποβάλετε αναφορά σχετικά με ένα ανησυχητικό θέμα σχετικά με την ΠΚΔΠ:
    585-275-2430.

Αν καλέσετε αυτόν τον αριθμό, θα πρέπει να αφήσετε ένα αναλυτικό μήνυμα στον αυτόματο τηλεφωνητή, όπου θα αναφέρετε ένα προς ένα τα γράμματα του ονόματός σας και θα δώσετε στοιχεία επικοινωνίας, καθώς και μια περιγραφή του θέματος που σας ανησυχεί. Αν το μήνυμα στον τηλεφωνητή τελειώσει πριν δώσετε όλα τα στοιχεία, μπορείτε να ξανακαλέσετε, να δώσετε ξανά το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας σας και να ολοκληρώσετε την εξήγηση του θέματος που σας ανησυχεί.

 

I.    Πολιτική και θέσεις επί της Πολιτικής

 

Το Πανεπιστήμιο διέπεται από πολλούς πολιτειακούς και ομοσπονδιακούς νόμους που απαγορεύουν τις διακρίσεις και την παρενόχληση με βάση διάφορα Προστατευόμενα χαρακτηριστικά (όπως αυτά ορίζονται στην Ενότητα Β παρακάτω).

 

Το Πανεπιστήμιο είναι προσηλωμένο στη διατήρηση ενός εργασιακού και ακαδημαϊκού περιβάλλοντος χωρίς διακρίσεις και παρενόχληση, σύμφωνα με τον νόμο, το όραμα και τα ιδεώδη του πανεπιστημίου καθώς και στη δέσμευσή του απέναντι στην ισότητα των ευκαιριών (όπως ορίζεται στην Πολιτική 100: Εργασιακά ιδεώδη και Πολιτική 102: Απαγόρευση των διακρίσεων στην απασχόληση).

A.   Πεδίο εφαρμογής της παρούσας Πολιτικής

Η παρούσα Πολιτική κατά των διακρίσεων, της παρενόχλησης και των πρακτικών απασχόλησης/παροχής υπηρεσιών που εισάγουν διακρίσεις (ΠΚΔΠ) ισχύει για το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό, το διοικητικό προσωπικό, τους διαμένοντες σε εστίες του πανεπιστημίου, τους μεταπτυχιακούς υποτρόφους (fellows), τους μεταδιδακτορικούς συνεργάτες, τους φοιτητές που εργάζονται στο Πανεπιστήμιο[1] και τους ασκούμενους (αμειβόμενους ή μη). Ισχύει επίσης για τους εθελοντικές και όλους τους επισκέπτες, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών, των αναδόχων εργολαβιών, των προμηθευτών και όλων των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες σε οποιεσδήποτε εγκαταστάσεις, χώρους ή/και κτίρια του Πανεπιστημίου (που θα αναφέρονται από κοινού ως «Καλυπτόμενα πρόσωπα»).

 

Η παρούσα Πολιτική ισχύει σε χώρους του Πανεπιστημίου (χώρους εργασίας, ακαδημαϊκούς χώρους, φοιτητικές εστίες κτλ.), καθώς και σε δραστηριότητες και εκδηλώσεις υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου, είτε πραγματοποιούνται σε χώρους του Πανεπιστημίου είτε όχι.

 

Η παρούσα Πολιτική δεν εφαρμόζεται σε ισχυρισμούς που δεν βασίζονται σε Προστατευόμενο χαρακτηριστικό, ακόμα κι αν η συμπεριφορά είναι αθέμιτη ή ανάρμοστη. Για παράδειγμα, η παρούσα Πολιτική δεν θα χρησιμοποιείται για τη διευθέτηση ισχυρισμών που αφορούν: διαπροσωπικές συγκρούσεις, πολιτικές διαφορές, προβληματισμούς γύρω από τον επαγγελματισμό, αναφορές που αφορούν βωμολοχίες ή ύβρεις οι οποίες δεν σχετίζονται με Προστατευόμενο χαρακτηριστικό, ισχυρισμούς άδικης μεταχείρισης λόγω συμμετοχής σε συνδικαλιστική οργάνωση ή θέματα νεποτισμού. Αυτά τα είδη ανησυχητικών θεμάτων θα παραπέμπονται για περαιτέρω ενέργειες σύμφωνα με άλλες εφαρμοστέες πολιτικές του Πανεπιστημίου, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά της Πολιτικής για τα εργασιακά ιδεώδη (Πολιτική 100), της Διαδικασίας υποβολής καταγγελιών (Grievance Procedure, Πολιτική 160) και της Πολιτικής διορθωτικών πειθαρχικών μέτρων (Πολιτική 154). Εφόσον ενδείκνυται, ορισμένα θέματα ενδέχεται να παραπεμφθούν στον Πανεπιστημιακό Διαμεσολαβητή.

 

Οι κανόνες για την αξιολόγηση μιας παραβίασης της παρούσας Πολιτικής δεν είναι ίδιοι με τους νομικούς κανόνες που απαιτούνται για τη διαπίστωση ποινικής ευθύνης. Η κρίση ότι ένα πρόσωπο παραβίασε την ΠΚΔΠ δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε ανάλυση ή συμπέρασμα σχετικά ως προς το αν η καταγγελλόμενη συμπεριφορά θα μπορούσε επίσης να αποτελεί εγκληματική ενέργεια.

B.   Θέσεις κατά των διακρίσεων και κατά της παρενόχλησης

Το Πανεπιστήμιο απαγορεύει τις Διακρίσεις και την Παρενόχληση με βάση τα παρακάτω:

  • Ηλικία
  • Χρώμα
  • Αναπηρία
  • Καθεστώς θύματος ενδοοικογενειακής βίας
  • Εθνοτική καταγωγή
  • Ταυτότητα ή έκφραση φύλου, συμπεριλαμβανομένων των διεμφυλικών και έμφυλα διευρυμένων (gender expansive) ταυτοτήτων[2]
  • Γενετικές πληροφορίες
  • Γαμικό καθεστώς, οικογενειακή κατάσταση ή τη λήψη αποφάσεων ενός ατόμου για την αναπαραγωγική υγεία
  • Ιδιότητα στρατιωτικού/βετεράνου
  • Εθνική καταγωγή
  • Φυλή (συμπεριλαμβανομένης της κόμμωσης)
  • Θρησκεία, δόγμα (συμπεριλαμβανομένης της θρησκευτικής ενδυμασίας και της τριχοφυΐας του προσώπου)
  • Βιολογικό φύλο
  • Σεξουαλικός προσανατολισμός
  • Καθεστώς ιθαγένειας
  • Μη εκκρεμές μητρώο συλλήψεων ή καταδικών
  • Οποιοδήποτε άλλο καθεστώς που προστατεύεται εκ του νόμου.

 

Οι ορισμοί αυτών των όρων υπάρχουν στην ιστοσελίδα του Τμήματος ανθρωπίνων δικαιωμάτων την Πολιτείας της Νέας Υόρκης.

 

Στην παρούσα Πολιτική, καθένα από τα παραπάνω καθεστώτα θα μνημονεύεται ως «Προστατευόμενο χαρακτηριστικό». Το Πανεπιστήμιο δεν ανέχεται τις Διακρίσεις ή την Παρενόχληση λόγω Προστατευόμενου χαρακτηριστικού, που θεωρούνται παραπτώματα τα οποία υπόκεινται σε διερεύνηση και συνέπειες.

C.   Θέσεις κατά των αντιποίνων

Το Πανεπιστήμιο απαγορεύει τα Αντίποινα κατά οποιουδήποτε προσώπου που καταγγέλλει ή αντιτίθεται σε πράξη που αντιλαμβάνεται ως Διάκριση ή Παρενόχληση, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που συμμετέχουν ως Εμπλεκόμενα μέρη ή Μάρτυρες σε οποιαδήποτε αναφορά ή σε έρευνα βάσει της παρούσας Πολιτικής ή σε άλλη διαδικασία που αφορά την προβολή ισχυρισμού με βάση Προστατευόμενο χαρακτηριστικό. Δεν θα υπάρχει ανοχή απέναντι σε Αντίποινα και αποτελούν παράπτωμα που ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο διερεύνηση ενώ θα συνεπάγεται κάποιου είδους συμβουλευτική, διορθωτικά μέτρα ή πειθαρχικές κυρώσεις.

D.   Θέσεις σχετικά με τον Τίτλο IX

Το Πανεπιστήμιο τηρεί τις διατάξεις του Τίτλου ΙΧ των τροποποιήσεων για την εκπαίδευση του 1972 καθώς και των κανονιστικών πράξεων για την εκτέλεσή τους, που απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φύλου και τη σεξουαλική παρενόχληση στα εκπαιδευτικά προγράμματα και τις δραστηριότητες του Πανεπιστημίου, καθώς και τα αντίποινα για την προβολή ισχυρισμών περί διακρίσεων λόγω φύλου ή συμμετοχής σε οποιαδήποτε διαδικασία για τη διευθέτηση ισχυρισμών σχετικά με διακρίσεις λόγω φύλου ή σεξουαλικής παρενόχλησης. Οι διατάξεις του Τίτλου ΙΧ περιλαμβάνουν την ανταποδοτική σεξουαλική παρενόχληση, τη σεξουαλική παρενόχληση δημιουργίας εχθρικού περιβάλλοντος, τη σεξουαλική επίθεση, τη βία στο πλαίσιο σχέσης, την ενδοοικογενειακή βία και την παρενοχλητική παρακολούθηση. Ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή του Τίτλου ΙΧ θα πρέπει να παραπέμπονται στον υπεύθυνο Τίτλου ΙΧ του Πανεπιστημίου: titleix@rochester.edu. Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του Γραφείου θεμάτων του Τίτλου IX ή ανατρέξτε στην Πολιτική του Τίτλου IX εδώ.

 

II.       Σχέση με τις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ελευθερίας του λόγου

Η επιτυχία του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ εξαρτάται από ένα περιβάλλον που ευνοεί τη στιβαρή σκέψη και την πνευματική δημιουργικότητα. Απαιτεί μια ατμόσφαιρα στην οποία μπορούν να εκφράζονται και να συζητούνται ποικίλες ιδέες. Το Πανεπιστήμιο επιδιώκει να παρέχει ένα περιβάλλον που σέβεται τη συμβολή όλων των ατόμων που απαρτίζουν την κοινότητά του, που ενθαρρύνει την πνευματική και προσωπική ανάπτυξη και που προωθεί την ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών.

Η παρούσα Πολιτική δεν αποσκοπεί στον περιορισμό του περιεχομένου του λόγου, της συζήτησης, της αντιπαράθεσης και του διαλόγου στο πλαίσιο της διδασκαλίας, είτε στους χώρους του Πανεπιστημίου είτε σε οποιοδήποτε φόρουμ του Πανεπιστημίου που έχει εύλογη σχέση με την ακαδημαϊκή δραστηριότητα ή την πολιτική, καλλιτεχνική και εικαστική έκφραση. Κατά την εφαρμογή της παρούσας Πολιτικής, το Πανεπιστήμιο θα προστατεύει την ακαδημαϊκή ελευθερία και την καλλιτεχνική έκφραση. Ωστόσο, απαγορεύεται η χρήση λόγου ή μορφών έκφρασης για την εισαγωγή διακρίσεων σε βάρος των προσώπων που προστατεύονται από την παρούσα Πολιτική καθώς επίσης και η χρήση λόγου που δημιουργεί εχθρικό περιβάλλον μάθησης, εργασίας ή διαβίωσης στους χώρους του Πανεπιστημίου για όσους προστατεύει η παρούσα Πολιτική.

III.       Ορισμοί

 

Σκοπός των ακόλουθων ορισμών είναι η καλύτερη κατανόηση της έννοιας κάποιων όρων που χρησιμοποιούνται στην παρούσα Πολιτική.

Όροι που αφορούν διαδικασία

A.   Υποβάλλων αναφορά

Ένα τρίτο πρόσωπο που υποβάλλει αναφορά για λογαριασμό κάποιου άλλου προσώπου, δηλαδή δεν ισχυρίζεται ότι υπέστη το ίδιο Διακρίσεις ή Παρενόχληση με βάση Προστατευόμενο χαρακτηριστικό. Οι Υποβάλλοντες αναφορά δεν ενημερώνονται σχετικά με τα αποτελέσματα και ενδέχεται να μην επικοινωνήσει με άλλον τρόπο η Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων, εκτός αν κατονομάζονται ως Μάρτυρες.

B.   Καταγγέλλων

Ένα άτομο που ισχυρίζεται ότι υπέστη συμπεριφορά που ενδέχεται να παραβιάζει την παρούσα Πολιτική. Καταγγέλλων μπορεί επίσης να είναι ένα άτομο που κατονομάζεται από έναν Υποβάλλοντα αναφορά ως πρόσωπο υποκείμενο σε συμπεριφορά που ενδέχεται να παραβιάζει την παρούσα Πολιτική. Οι Καταγγέλλοντες δεν μπορούν να είναι ανώνυμοι στη διαδικασία ΠΚΔΠ αλλά αν υπάρχει επάρκεια στοιχείων που δόθηκε στον ερευνητή ώστε να ταυτοποιήσει τον Καταγγέλλοντα, η διαδικασία δεν μπορεί να σταματήσει επειδή ένας Υποβάλλων αναφορά δεν γνωρίζει το όνομα ενός Καταγγέλλοντα. Ο Καταγγέλλων μπορεί επίσης να αναφέρεται ως Εμπλεκόμενο μέρος.

C.   Καταγγελλόμενος

Ένα άτομο που κατηγορείται για συμπεριφορά η οποία ενδέχεται να παραβιάζει την παρούσα Πολιτική. Ο Καταγγελλόμενος μπορεί επίσης να αναφέρεται ως Εμπλεκόμενο μέρος.

D.   Μάρτυρας

Ένα άτομο που διαθέτει συναφείς πληροφορίες ή γνώσεις, οι οποίες βασίζονται στην άμεση παρατήρηση, την άμεση κοινοποίηση από μέρους ενός Εμπλεκόμενου μέρους ή την πρόσβαση σε υλικό που σχετίζεται με τους ισχυρισμούς μιας αναφοράς. Υπάρχει η προσδοκία ότι οι Μάρτυρες θα συμμορφωθούν με ένα αίτημα συνάντησης με τους ερευνητές. Οι Μάρτυρες μπορούν να ζητήσουν να παραμείνουν ανώνυμοι απέναντι στα Εμπλεκόμενα μέρη ή/και την Επιτροπή Κρίσης και την Επιτροπή προσφυγών.

E.    Πρόσωπο υποστήριξης

Πρόσωπο υποστήριξης μπορεί να είναι ένα εν ενεργεία μέλος του διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού, του διοικητικού προσωπικού ή ένας φοιτητής αλλά δεν μπορεί επίσης να είναι Εμπλεκόμενο μέρος ή Μάρτυρας στο ζήτημα υπό διερεύνηση. Τα Πρόσωπα υποστήριξης παρίστανται για να προσφέρουν σιωπηλή στήριξη σε ένα Εμπλεκόμενο μέρος αλλά δεν μπορούν να μιλήσουν ή να επικοινωνήσουν εγγράφως για λογαριασμό του Εμπλεκόμενου μέρους ή να παρέμβουν/εμπλακούν σε μια συνέντευξη ή σε οποιαδήποτε πτυχή της έρευνας.

F.    Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων (ή ΟΤΠΔ)

Μια ομάδα ουδέτερων, εκπαιδευμένων ερευνητών που στεγάζονται στο Γραφείο ανθρώπινου δυναμικού, οι οποίοι αξιολογούν αναφορές και λαμβάνουν αποφάσεις για τα πρόσφορα επόμενα βήματα, συμπεριλαμβανομένης της διερεύνησης, της εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, της περάτωσης υποθέσεων ή/και της παραπομπής στο Τμήμα ανθρώπινου δυναμικού ή άλλη πρόσφορη πολιτική, διαδικασία, γραφείο ή τμήμα για τα επόμενα στάδια. Η ΟΤΠΔ μπορεί επίσης να συμπράττει με τους προϊσταμένους λειτουργιών ανθρώπινου δυναμικού ή άλλα γραφεία/τμήματα σχετικά με τα προσωρινά μέτρα που είναι απαραίτητα για την προστασία των Εμπλεκόμενων μερών ή του απορρήτου και της ακεραιότητα μιας έρευνας, εφόσον απαιτείται.

G.   Επιτροπή κρίσης (ή Επιτροπή)

Μια επιτροπή τριών (3) ή πέντε (5) εκπαιδευμένων ατόμων, ένα από τα οποία είναι ο πρόεδρος. Κάθε Επιτροπή πρέπει να περιλαμβάνει έναν εκπρόσωπο από το Γραφείο διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας καθώς και έναν εκπρόσωπο του Τμήματος ανθρώπινου δυναμικού[3]. Εάν η έρευνα αφορά ένα ή περισσότερα πρόσωπα που είναι μέλη του διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού, η Επιτροπή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα μέλος του διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού που δεν κατέχει διοικητική θέση, που ορίζεται ως θέση στη βαθμίδα του αναπληρωτή κοσμήτορα ή ισοδύναμη ή ανώτερη. Αν η έρευνα αφορά τόσο μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού όσο και του διοικητικού προσωπικού, το πέμπτο μέλος της Επιτροπής πρέπει να είναι μέλος του διοικητικού προσωπικού.
Για μια πενταμελή Επιτροπή, ο πρόεδρος έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει δύο επιπλέον μέλη της Επιτροπής από μια δεξαμενή εκπαιδευμένων μελών του διδακτικού, ερευνητικού και διοικητικού προσωπικού. Η Επιτροπή θα εξετάσει μια έκθεση έρευνας και θα της χορηγηθεί πρόσβαση στον σχετικό φάκελο της έρευνας προκειμένου να κρίνει εάν υπήρξε παραβίαση της παρούσας Πολιτικής ή όχι. Οι πρόεδροι των Επιτροπών κρίσεων και τα μέλη θα υποβάλλονται ετησίως σε εκπαίδευση τόσο για τη διαδικασία που περιγράφεται στην παρούσα Πολιτική όσο και για τις Διακρίσεις και την Παρενόχληση.

H.   Πρόεδρος Επιτροπής κρίσης

Ο πρόεδρος της Επιτροπής κρίσης συγκαλεί συνεδριάσεις διαβούλευσης για ένα συγκεκριμένο ζήτημα και επιλέγεται με βάση τον πίνακα που περιλαμβάνεται στην Ενότητα VIII κατωτέρω. Εάν είναι επιθυμητή μια πενταμελής Επιτροπή (ή εάν απαιτείται, στην περίπτωση που ο Καταγγελλόμενος είναι μέλος του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού), βρίσκεται στη διακριτική κρίση του Προέδρου να επιλέξει δύο (2) επιπλέον μέλη.

I.      Επιτροπή προσφυγών

Μια επιτροπή τριών (3) προσώπων που λαμβάνουν αποφάσεις και απαρτίζεται από τον αντίστοιχο πρόεδρο (ή το πρόσωπο που όρισε) που αναφέρεται στην Ενότητα IX(Δ) κατωτέρω, έναν εκπρόσωπο από το Γραφείο διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας και έναν εκπρόσωπο από το Τμήμα ανθρώπινου δυναμικού.  Η Επιτροπή προσφυγών θα εξετάσει την έκθεση έρευνας, την έγγραφη κρίση της Επιτροπής κρίσης και τυχόν επιπλέον ερευνητικό υλικό που κρίνεται απαραίτητο για να κριθεί εάν υπάρχει βάση για να γίνει δεκτή η προσφυγή.  Τα μέλη των Επιτροπών προσφυγών θα υποβάλλονται ετησίως σε εκπαίδευση τόσο για τη διαδικασία που περιγράφεται στην παρούσα Πολιτική όσο και για τις Διακρίσεις και την Παρενόχληση.

 

J.    Ανώτερο διοικητικό στέλεχος

Για τους σκοπούς της παρούσας Πολιτικής, ο πρύτανης, ένας αντιπρόεδρος, κοσμήτορας ή προϊστάμενος.

K.   Πρόεδρος Επιτροπής προσφυγών

Οι πρόεδροι των Επιτροπών προσφυγών ορίζονται όπως περιγράφεται στην Ενότητα IX(Δ) κατωτέρω. Ο πρόεδρος της Επιτροπής προσφυγών συγκαλεί συνεδριάσεις διαβούλευσης για ένα συγκεκριμένο ζήτημα.

L.    Εργάσιμη ημέρα

Οι προθεσμίες στην παρούσα πολιτική μετρώνται σε Εργάσιμες ημέρες. Ως Εργάσιμη ημέρα νοείται μια ημέρα από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, εκτός των αργιών που αναγνωρίζονται από το Πανεπιστήμιο.

Απαγορευμένη συμπεριφορά

A.   Διακρίσεις λόγω διαφορετικής μεταχείρισης

Η έννοια των διακρίσεων υποδηλώνει κάποια δυσμενή ενέργεια ή απόφαση ή τη διαφορετική μεταχείριση ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων εξαιτίας ενός Προστατευόμενου χαρακτηριστικού ή εξαιτίας της αντιληπτής ή πραγματικής σχέσης/συσχέτισης με άλλα άτομα σε ένα Προστατευόμενο χαρακτηριστικό. Προκειμένου να στοιχειοθετηθούν διακρίσεις πρέπει να υπάρχουν αποδείξεις πρόθεσης που σχετίζεται με δυσμενή ενέργεια, απόφαση ή διαφορετική μεταχείριση.

 

Τα αποδεικτικά στοιχεία της πρόθεσης μπορούν να συναχθούν από τη συνεχιζόμενη Παρενόχληση (όπως ορίζεται κατωτέρω) ενός ατόμου, παρά το γεγονός ότι του ζητήθηκε να παύσει την προφορική, γραπτή, υλική ή ηλεκτρονική συμπεριφορά ή ενημερώθηκε ότι η συμπεριφορά είναι παρενοχλητική και άρα μπορεί να στοιχειοθετεί Διάκριση.

B.   Διακρίσεις λόγω διαφορετικού αντίκτυπου

Μια παράνομη πρακτική που εισάγει διακρίσεις μπορεί να τεκμηριωθεί από το αποτέλεσμα εισαγωγής διακρίσεων της πρακτικής, ακόμα κι αν η εν λόγω πρακτική δεν υπαγορεύτηκε από πρόθεση εισαγωγής διακρίσεων. Μια πρακτική έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή διακρίσεων όταν έχει ως πραγματική ή προβλέψιμη συνέπεια τη δημιουργία διαφορετικού αντίκτυπου σε μια ομάδα προσώπων λόγω του Προστατευόμενου χαρακτηριστικού (ή χαρακτηριστικών) που αυτοί μοιράζονται.
Η πρακτική μπορεί εντούτοις να είναι νόμιμη, αν στηρίζεται σε νομικά επαρκή αιτιολόγηση. Υπάρχει νομικά επαρκής αιτιολόγηση όταν η προσβαλλόμενη πρακτική: (1) σχετίζεται με τα καθήκοντα της συγκεκριμένης θέσης εργασίας και συνάδει με τις επιχειρηματικές ανάγκες και (2) οι επιχειρηματικές ανάγκες δεν θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από άλλη πρακτική με αποτελέσματα που εισάγουν διακρίσεις σε μικρότερο βαθμό.

Δεδομένης της φύσης των ισχυρισμών για διακρίσεις λόγω διαφορετικού αντίκτυπου, όταν το Γραφείο τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων λάβει μια αναφορά όπου προβάλλεται τέτοιο είδος ισχυρισμού, το Γραφείο τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων, κατόπιν διαβούλευσης με το Γραφείο του νομικού συμβούλου, θα ορίσει την ενδεδειγμένη διαδικασία διερεύνησης της αναφοράς, θα αξιολογήσει αν εισήχθησαν διακρίσεις και, σε περίπτωση θετικής απάντησης, θα αντιμετωπίσει τις συνέπειές τους.

C.   Παρενόχληση

Η παρενόχληση είναι μια μορφή Διακρίσεων που περιλαμβάνει προφορική, γραπτή, σωματική ή ηλεκτρονική συμπεριφορά, η οποία:

  1. είναι ανεπιθύμητη;
  2. έχει ως βάση το Προστατευόμενο χαρακτηριστικό (ή χαρακτηριστικά) του ατόμου που υφίσταται τη συμπεριφορά; και
  3. ξεπερνά το επίπεδο που ένα λογικό άτομο θα θεωρούσε ότι αποτελεί κάτι παραπάνω από μια μικροπροσβολή ή ασήμαντη ενόχληση. Ως λογικό άτομο νοείται ένα άτομο με το ίδιο Προστατευόμενο χαρακτηριστικό που υφίσταται Παρενόχληση.

 

Δεν αποτελεί άμυνα η έλλειψη πρόθεσης για παρενόχληση.

 

Η παρενόχληση, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης, μπορεί να συμβεί ανάμεσα σε οποιαδήποτε άτομα, ανεξάρτητα από το βιολογικό ή κοινωνικό φύλο τους ή από το αν διαθέτουν οποιοδήποτε Προστατευόμενο χαρακτηριστικό. Τα πρόσωπα που διαπράττουν την παρενόχληση μπορεί να είναι ιεραρχικώς ανώτερα, κατώτερα, συνάδελφοι, μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού η οποιαδήποτε κατηγορία Καλυπτόμενου ατόμου, όπως αυτό ορίζεται στην ενότητα σχετικά με το Πεδίο εφαρμογής παραπάνω.

 

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα άτομο που δεν υπέστη το ίδιο παράνομη παρενόχληση με βάση το Προστατευόμενο χαρακτηριστικό του μπορεί να αισθανθεί ότι υφίσταται παρενόχληση ή βιώνει εχθρικό περιβάλλον εργασίας επειδή κατέστη μάρτυρας ή εκτέθηκε σε παρενοχλητικά σχόλια ή συμπεριφορά με βάση Προστατευόμενο χαρακτηριστικό ενώ τα σχόλια ή η συμπεριφορά απευθυνόταν σε άλλα πρόσωπα που μοιράζονται το ίδιο Προστατευόμενο χαρακτηριστικό του ατόμου.

 

Μπορεί να σημειωθεί παράνομη παρενόχληση όταν οι εργαζόμενοι τηλεργάζονται. Μπορεί επίσης να σημειωθεί κατά τη διάρκεια ταξιδιών στο πλαίσιο δραστηριοτήτων του Πανεπιστημίου ή σε εκδηλώσεις ή γιορτές υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου. Οι κλήσεις, τα γραπτά μηνύματα, τα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και η χρήση ορισμένων μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τους εργαζόμενους μπορεί να συνιστούν παράνομη παρενόχληση στον χώρο εργασίας προς άλλον εργαζόμενο, ακόμη και αν συμβαίνουν εκτός του χώρου εργασίας, σε προσωπικές συσκευές ή κατά τη διάρκεια μη εργάσιμων ωρών.

 

Γενικότερα, δεν καλύπτονται από την παρούσα Πολιτική οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ συναδέλφων εκτός του χώρου εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των οικειοθελών κοινωνικών συναθροίσεων ή άλλων συναθροίσεων για σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εργασία και σε τοποθεσία εκτός του χώρου εργασίας, ακόμα κι αν αυτές πραγματοποιούνται αμέσως μετά από μια εκδήλωση στο πλαίσιο της εργασίας. Ωστόσο, εάν υφίσταται σαφώς προσδιορίσιμη σχέση με τον χώρο εργασίας ή δηλωθείς αντίκτυπος στον χώρο εργασίας, η εν λόγω συμπεριφορά ενδέχεται να καλύπτεται από την παρούσα Πολιτική. Για παράδειγμα, μια συμπεριφορά εκτός του χώρου εργασίας μπορεί να έχει αντίκτυπο στον χώρο εργασίας εάν μεταξύ των εμπλεκομένων υπάρχει σχέση εποπτείας ή ασυμμετρία ισχύος. Αν κάποια συμπεριφορά φέρεται να έχει επίσης λάβει χώρα στον χώρο εργασίας, η παρούσα Πολιτική τυγχάνει εφαρμογής. Βλ. το Παράρτημα Α για παραδείγματα συμπεριφοράς που θα μπορούσαν να συνιστούν Παρενόχληση που παραβιάζει την παρούσα Πολιτική.

 

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ

 

Η σεξουαλική παρενόχληση αποτελεί επίσης μια μορφή απαγορευμένης παρενόχλησης. Η σεξουαλική παρενόχληση περιλαμβάνει την παρενόχληση με βάση το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, το αυτοπροσδιοριζόμενο ή αντιληπτό φύλο, την έκφραση φύλου, την ταυτότητα φύλου και την ιδιότητα του διεμφυλικού ατόμου[4].
Η σεξουαλική παρενόχληση δεν περιορίζεται σε σεξουαλική επαφή, άγγιγμα ή εκφράσεις με σεξουαλικά υπονοούμενα. Μάλιστα η σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να περιλαμβάνει συμπεριφορές που υποδηλώνουν στερεότυπα για τους ρόλους των φύλων καθώς και τη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων λόγω του φύλου τους.

 

Η σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να περιλαμβάνει ανεπιθύμητες σεξουαλικές προσεγγίσεις ή αιτήματα για σεξουαλικές πράξεις με μορφή ανταλλάγματος ή άλλες λεκτικές ή σωματικές ενέργειες/συμπεριφορές με χαρακτήρα σεξουαλικό ή με βάση το φύλο όταν:

  1. η ανοχή της εν λόγω συμπεριφοράς αποτελεί είτε ρητά είτε σιωπηρά όρο ή προϋπόθεση της απασχόλησης ή της ακαδημαϊκής επιτυχίας ενός ατόμου,
  2. η ανοχή ή η απόρριψη της εν λόγω συμπεριφοράς από ένα άτομο χρησιμοποιείται ως βάση για μια εργασιακή ή ακαδημαϊκή απόφαση που επηρεάζει το εν λόγω άτομο, ή
  3. η εν λόγω συμπεριφορά έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την καταχρηστική παρεμπόδιση της εργασιακής ή ακαδημαϊκής απόδοσης ενός ατόμου ή δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό ή προσβλητικό εργασιακό ή ακαδημαϊκό περιβάλλον.

 

Η σεξουαλική παρενόχληση μπορεί να παραβιάζει την παρούσα Πολιτική αν υπερβαίνει μια μικροπροσβολή ή ασήμαντη ενόχληση από τη σκοπιά ενός λογικού ατόμου με το ίδιο Προστατευόμενο χαρακτηριστικό που έχει υποστεί Παρενόχληση ή Διακρίσεις. Κάθε περίπτωση παρενόχλησης βιώνεται με μοναδικό τρόπο, και δεν υπάρχει ενιαίο όριο μεταξύ μικροπροσβολών ή ασήμαντων ενοχλήσεων και παρενοχλητικής συμπεριφοράς. Αποτελεί παραβίαση της παρούσας Πολιτικής η συμπεριφορά κατά την οποία ένας εργαζόμενος ή ένα Καλυπτόμενο άτομο υφίσταται δυσμενέστερη μεταχείριση σε βαθμό σοβαρότερο από μια μικροπροσβολή ή μια ασήμαντη ενόχληση λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, αυτοπροσδιοριζόμενου ή αντιληπτού φύλου, έκφρασης φύλου, ταυτότητας φύλου ή της ιδιότητας του διεμφυλικού προσώπου.[5]

 

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ισχυρισμοί Σεξουαλικής παρενόχλησης ενδέχεται να φτάνουν στο επίπεδο δυνητικής παραβίασης του Τίτλου IX. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων θα παραπέμψει το ζήτημα στο Γραφείο Τίτλου IX και θα ισχύει η διαδικασία υποβολής καταγγελίας που επεξηγείται στην Πολιτική του Τίτλου IX.

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ

 

Η σεξουαλική επίθεση αποτελεί μορφή Σεξουαλικής παρενόχλησης που απαγορεύεται από την παρούσα Πολιτική, τον Τίτλο IX και το εφαρμοστέο ομοσπονδιακό και πολιτειακό δίκαιο.  Η σεξουαλική επίθεση περιλαμβάνει τον βιασμό, τις θωπείες, την αιμομιξία και τη γενετήσια πράξη με ανήλικο. Το Πανεπιστήμιο οφείλει να επιλαμβάνεται των ισχυρισμών περί σεξουαλικής επίθεσης μέσω της διαδικασίας υποβολής καταγγελίας του Τίτλου ΙΧ. Βλ. Παράρτημα Β για παραδείγματα συμπεριφοράς που θα μπορούσε να θεωρηθεί Σεξουαλική παρενόχληση και δεν αποτελεί Σεξουαλική επίθεση.

 

D.   Αντίποινα

Ως αντίποινα νοούνται οι ενέργειες του Πανεπιστημίου ή ενός μέλους της πανεπιστημιακής κοινότητας που θα απέτρεπαν ένα λογικό άτομο (έναν εργαζόμενο ή άλλο μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας) να προβεί σε προστατευόμενη δραστηριότητα.

 

Μια πράξη συνίσταται σε αντίποινα εάν λαμβάνει χώρα επειδή το άτομο έχει ασκήσει προστατευόμενη δραστηριότητα. Η προστατευόμενη δραστηριότητα μπορεί να περιλαμβάνει ενδεικτικά τα εξής:

 

  1. Αυτοπρόσωπη υποβολή καταγγελίας ή εναντίωση σε αντιληπτές Διακρίσεις ή Παρενόχληση λόγω Προστατευόμενου χαρακτηριστικού,
  2. κατάθεση, παροχή συνδρομής ή συμμετοχή σε έρευνα, δικαιοδοτική διαδικασία, δημόσια συνεδρίαση ή δικαστική ενέργεια που αφορά την προβολή ισχυρισμού περί Διακρίσεων ή Παρενόχλησης με βάση Προστατευόμενο χαρακτηριστικό ή
  3. άσκηση δικαιωμάτων δυνάμει σχετικού νόμου που αφορά Προστατευόμενο χαρακτηριστικό.

Βλ. το Παράρτημα Γ για παραδείγματα συμπεριφοράς που θα μπορούσαν να συνιστούν Αντίποινα που παραβιάζουν την παρούσα Πολιτική.

 

IV.    Υποβολή αναφοράς

Το Πανεπιστήμιο ενθαρρύνει εμφατικά τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας να υποβάλλουν αναφορές για περιστατικά Διακρίσεων, Παρενόχλησης ή/και Αντιποίνων. Περιλαμβάνονται τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας που αισθάνονται ότι έχουν βιώσει συμπεριφορά που παραβιάζει την παρούσα Πολιτική ή που γίνονται μάρτυρες τέτοιας συμπεριφοράς (ως παριστάμενοι) ή λαμβάνουν γνώση συμπεριφοράς που πιστεύουν ότι θα μπορούσε να παραβιάζει την παρούσα Πολιτική.

A.   Επιλογές υποβολής αναφοράς

Υπάρχουν διάφορες επιλογές υποβολής αναφοράς για συμπεριφορά που ενδέχεται να παραβιάζει την παρούσα Πολιτική:

 

  • Απευθείας στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων, όπως επεξηγείται στην πρώτη σελίδα της παρούσας Πολιτικής,
  • προφορικά ή εγγράφως στον πρόεδρο του τμήματος, τον κοσμήτορα, τον διευθυντή, τον υπεύθυνο ή τον άμεσο προϊστάμενο ενός ατόμου,
  • τον επιχειρηματικό εταίρο ανθρώπινου δυναμικού (HRΒP) ή το Γραφείο ανθρώπινου δυναμικού, ή
  • το Γραφείο του νομικού συμβούλου.

 

Στο μέτρο του εφικτού, το Πανεπιστήμιο θα προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τον αριθμό των φορών που ένα άτομο θα χρειαστεί να εξηγήσει τη βάση της αναφοράς του ή την απάντησή του σε μια αναφορά, σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές. Τα άτομα που λαμβάνουν μια αναφορά δεν θα πρέπει να κάνουν διερευνητικές ερωτήσεις σχετικά με το θέμα που προκαλεί ανησυχία, αλλά θα πρέπει να συγκεντρώσουν επαρκή στοιχεία σχετικά με το θέμα που προκαλεί ανησυχία και το σχετικό Προστατευόμενο χαρακτηριστικό προκειμένου να υποβάλουν αναφορά στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων.

 

Τα άτομα που δεν είναι βέβαια για τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την υποβολή αναφοράς βάσει της παρούσας Πολιτικής ενθαρρύνονται να υποβάλουν αναφορά σύμφωνα με τα ιδεώδη του Πανεπιστημίου και θα πρέπει να επικοινωνούν με την ΟΤΠΔ αν υπάρχει περίπτωση να αποτελούν πρόσωπο που υποχρεούται να υποβάλει αναφορά βάσει της παρούσας πολιτικής.

 

Όταν ένας εργαζόμενος υποβάλλει αναφορά για ισχυρισμούς που καλύπτονται από την ΠΚΔΠ μέσω διαφορετικής πολιτικής ή διαδικασίας, η αναφορά θα πρέπει να παραπέμπεται στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων για την αξιολόγηση των ενδεδειγμένων επόμενων βημάτων.

 

Απορίες σχετικά με την υποβολή αναφοράς μπορούν να απευθύνονται στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων στη διεύθυνση PADH@Rochester.edu

 

B.   Υποχρεωτική υποβολή αναφορών από υπεύθυνους, προϊσταμένους και επιχειρηματικούς συνεργάτες ανθρώπινου δυναμικού (ΕΣΑΔ)

Το διευθυντικό και εποπτικό προσωπικό καθώς και οι επιχειρηματικοί εταίροι ανθρώπινου δυναμικού είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλουν αναφορά στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων όταν (1) εντοπίσουν Διακρίσεις, Παρενόχληση ή Αντίποινα που ενδέχεται να καλύπτονται από την παρούσα Πολιτική ή (2) λάβουν ή ενημερωθούν για αναφορές ή θέματα που προκαλούν ανησυχία σχετικά με Διακρίσεις, Παρενόχληση ή Αντίποινα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας Πολιτικής.

 

Στο διευθυντικό και εποπτικό προσωπικό περιλαμβάνονται οι εξής:

  • οποιοσδήποτε εργαζόμενος που έχει καθήκον εποπτείας εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών που είναι εργαζόμενοι και των μελών του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού,
  • το σύνολο του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού,
  • στελέχη του γραφείου διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας,
  • κύριοι ερευνητές χρηματοδοτούμενου ερευνητικού έργου ή σύμβασης,
  • άτομα που έχουν οριστεί ως Αρχή ασφάλειας πανεπιστημιούπολης (Campus Safety Authority) σύμφωνα με τον νόμο Clery,
  • αναπληρωτές συντονιστές του Γραφείου Τίτλου IX και
  • άτομα που εργάζονται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα τμήματα/γραφεία:
  • O Τμήμα Δημόσιας Ασφάλειας (Department of Public Safety)
  • O Τμήμα Φοιτητικής Μέριμνας
  • Τμήμα Φοιτητικών Εστιών (Department of Residential Life)

 

Η τήρηση αυτής της υποχρέωσης για υποβολή αναφοράς περιλαμβάνει την πάραυτα υποβολή αναφοράς για το θέμα που προκαλεί ανησυχία στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων, με την οποία θα παρέχονται όλα τα στοιχεία που είναι γνωστά, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων που εμπλέκονται, καθώς και τον συντονισμό με αυτή και την παροχή των στοιχείων που ζητούνται προκειμένου να είναι δυνατή η ανάλυση του ενδεδειγμένου επόμενου βήματος. «Πάραυτα» συνήθως σημαίνει εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από τη στιγμή που το άτομο έλαβε γνώση για ή παρατήρησε συμπεριφορά που ενδέχεται να παραβιάζει την παρούσα Πολιτική.
Το διευθυντικό και εποπτικό προσωπικό στο οποίο γνωστοποιείται ένα εν δυνάμει ζήτημα ανησυχίας που αφορά την ΠΚΔΠ δεν θα πρέπει να κοινοποιήσει τις πληροφορίες παρά μόνο στο πλαίσιο υποβολής αναφοράς στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων.

 

Η παράλειψη υποβολής αναφοράς συμβάλει σε και επιτρέπει να συνεχιστούν συμπεριφορές που ένα μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας θεωρεί ότι συνιστά διακρίσεις, παρενόχληση ή αντίποινα. Κατά συνέπεια, ενδέχεται να πραγματοποιηθεί έρευνα σχετικά με την παράλειψη υποβολής αναφοράς και, κατ’ ελάχιστον, τα Πρόσωπα που υποχρεούνται να υποβάλουν αναφορά και τα οποία παραλείπουν να υποβάλουν αναφορά πάραυτα θα πρέπει να περιμένουν ότι θα υποστούν διορθωτικά μέτρα λόγω μη συμμόρφωσης με την εν λόγω υποχρέωση υποβολής αναφοράς.

C.   Εργαζόμενοι με υποχρέωση τήρησης απορρήτου

Με την επιφύλαξη τυχόν εξαίρεσης που επιβάλλει την κοινοποίηση, οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σε εργαζομένους του Πανεπιστημίου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο επαγγελματικού απορρήτου (συμβούλους ψυχικής υγείας, κοινωνικούς λειτουργούς, ιατρούς, κληρικούς, παρόχους ιατρικής φροντίδας και συμβούλους στήριξης θυμάτων βιασμού) υπόκεινται στις υποχρεώσεις επαγγελματικού απορρήτου των εν λόγω εργαζομένων. Με άλλα λόγια, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της επαγγελματικής ιδιότητάς τους, οι εργαζόμενοι με υποχρέωση τήρησης απορρήτου ενδέχεται να μην είναι υποχρεωμένοι να υποβάλουν αναφορά βάσει της παρούσας Πολιτικής, ακόμα κι αν ταυτόχρονα είναι εποπτικό προσωπικό.

 

Τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, το διοικητικό προσωπικό και οι φοιτητές του Πανεπιστημίου μπορούν επίσης να συμβουλευτούν τον Διαμεσολαβητή, οι επικοινωνίες με τον οποίο παραμένουν εμπιστευτικές στον μέγιστο βαθμό που επιτρέπεται από τον νόμο.

D.   Προθεσμίες υποβολής αναφορών

Οι αναφορές πρέπει να υποβάλλονται εντός τριών (3) ετών από το φερόμενο περιστατικό Διακρίσεων, Παρενόχλησης ή Αντιποίνων. Εφόσον η αναφορά υποβληθεί εμπρόθεσμα, το Πανεπιστήμιο θα διερευνήσει μια φερόμενη ως επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά που συνιστά Διακρίσεις, Παρενόχληση ή Αντίποινα και ενδέχεται να διερευνήσει πράξεις που φέρεται να έχουν τελεστεί σε χρόνο μεγαλύτερο των τριών (3) ετών πριν από την πιο πρόσφατη πράξη Διακρίσεων, Παρενόχλησης ή Αντιποίνων.

V.    Τα δικαιώματα του Πανεπιστημίου ως εργοδότη ενόσω εκκρεμεί μια έρευνα της ΠΚΔΠ

Όταν μια αναφορά στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός Διάκρισης ή Παρενόχλησης λόγω Προστατευόμενου χαρακτηριστικού υποδηλώνει επίσης ενδεχόμενη παράβαση
(ή παραβάσεις) άλλης πολιτικής ή άλλων πολιτικών του Πανεπιστημίου, το Πανεπιστήμιο επιφυλάσσεται του δικαιώματος να αξιολογήσει αυτοτελώς και να προβεί σε ενέργειες για την άλλη παράβαση (ή τις άλλες παραβάσεις) πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της διεξαγωγής χωριστής έρευνας ή της λήψης πιο άμεσων διορθωτικών μέτρων, ακόμη και ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη η εκκρεμούσα έρευνα σχετικά με τα ζητήματα PADH. Σε ορισμένες περιστάσεις, οι διορθωτικές ενέργειες με βάση άλλες πολιτικές του Πανεπιστημίου ενδέχεται να οδηγήσουν στην απόφαση να παύσει η έρευνα ΠΚΔΠ.

 

Απέναντι σε Εμπλεκόμενα μέρη και άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται σε εκκρεμούσα έρευνα ΠΚΔΠ, δεν απαγορεύεται στο Πανεπιστήμιο λόγω της εκκρεμούς έρευνας να προβεί σε άλλες ενέργειες που αφορούν το εργασιακό καθεστώς εφόσον και σύμφωνα με ό, τι προβλέπεται στον Οδηγό για τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, σε σχετικές πολιτικές Ανθρώπινου δυναμικού ή/και σύμφωνα με άλλες διατάξεις ή εφόσον προβλέπεται βάσει νόμου ή υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί από εξωτερικούς φορείς.

 

Οι ενέργειες που αφορούν την εργασιακή κατάσταση και λαμβάνονται κατά τη διάρκεια έρευνας ΠΚΔΠ δεν στοιχειοθετούν τεκμήριο αντιποίνων. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί περί αντιποίνων εξετάζονται και, εφόσον ενδείκνυται, αντιμετωπίζονται.

VI.  Αρχική εκτίμηση

 

Μόλις λάβει μια αναφορά, η Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων διεξάγει μια αρχική εκτίμηση για να κρίνει το ενδεδειγμένο επόμενο βήμα. Γενικότερα, υπάρχουν τρεις διαδικασίες για τη διευθέτηση μιας αναφοράς.

A.   Παραπομπή για ενέργειες βάσει διαφορετικής πολιτικής από μέρους του Τμήματος ανθρώπινου δυναμικού ή διευθυντικού/ηγετικού στελέχους

Μια αναφορά θα παραπέμπεται για ενέργειες από το Τμήμα ανθρώπινου δυναμικού ή τον αντίστοιχο διευθυντικό, εποπτικό ή ηγετικό στέλεχος όταν η αναφορά:

  • δεν επικαλείται Προστατευμένο χαρακτηριστικό ή συναφή Αντίποινα,
  • δεν περιλαμβάνει ζητήματα που προκαλούν ανησυχία ή πληροφορίες που μπορούν να συσχετιστούν με Παρενόχληση ή Διακρίσεις με βάση Προστατευόμενο χαρακτηριστικό ή συναφή Αντίποινα αλλά βασίζεται σε εικαζόμενη συσχέτιση με Προστατευόμενο χαρακτηριστικό,
  • αφορά αθέμιτη ή αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, διαπροσωπικές συγκρούσεις κτλ. ή/και
  • ενδέχεται να παραβιάζει άλλες πολιτικές του χώρου εργασίας.

Θέματα που παραπέμπονται με βάση το γεγονός ότι δεν αφορούν την παρούσα Πολιτική ενδέχεται να διευθετηθούν σύμφωνα με άλλες ισχύουσες πολιτικές και διαδικασίες, στης οποίες μπορεί να περιλαμβάνεται μια έρευνα. Αυτό το είδος παραπομπής ουσιαστικά συνίσταται σε κλείσιμο της αναφοράς και της διαδικασίας ΠΚΔΠ, όπως περαιτέρω αναφέρεται στην Ενότητα VII.

B.   Παραπομπή σε εναλλακτική επίλυση

Όταν κατά την αναφορά φέρεται να υπάρχει συμπεριφορά που ενδέχεται να παραβιάζει την ΠΚΔΠ αλλά η Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων έχει καταλήξει ότι το ζήτημα που προκαλεί ανησυχία μπορεί να διευθετηθεί ουσιαστικά και αποτελεσματικά χωρίς τη διεξαγωγή πλήρους έρευνας, η Ομάδα θα ζητήσει την έγκριση είτε του Α’ Αντιπροέδρου και προϊστάμενος του γραφείου ανθρώπινου δυναμικού (ή του προσώπου που εκείνος θα ορίσει) είτε του Αντιπροέδρου διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας (ή του προσώπου που εκείνος θα ορίσει) ώστε το θέμα να παραπεμφθεί σε εναλλακτική επίλυση. Θα ζητείται έγκριση και όταν επίσης τα εμπλεκόμενα μέρη συμφωνούν με την εναλλακτική επίλυση.

 

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που δεν υφίσταται ένα μοτίβο παρόμοιων αναφορών που υποδεικνύουν τον ίδιο Καταγγελλόμενο, μια αναφορά που περιέχει ισχυρισμό για ένα μεμονωμένο σχόλιο με βάση Προστατευόμενο χαρακτηριστικό ή σε σχέση με αυτό, πιθανότητα θα παραπεμφθεί σε εναλλακτική επίλυση.

 

Για το διοικητικό προσωπικό, οι διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης κατά κανόνα διεκπεραιώνονται από τον Αναπληρωτή διευθυντή εναλλακτικών διαδικασιών επίλυσης του Τμήματος ανθρώπινου δυναμικού ή από τον ενδεδειγμένο ΕΣΑΔ ή διευθυντή/προϊστάμενο/επικεφαλής. Για το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό, οι διαδικασίες εναλλακτικής επίλυσης ενδέχεται να διεκπεραιωθούν από την Επιτροπή επαγγελματισμού διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, την Ακαδημαϊκή επιτροπή επαγγελματισμού διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, έναν κοσμήτορα ή άλλο ενδεδειγμένο διοικητικό προσωπικό.

 

Η μέθοδος της εναλλακτικής επίλυσης θα καθορίζεται από τον ενδεδειγμένο εργαζόμενο, διευθυντή ή επικεφαλής που ορίζεται ανωτέρω με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών, των Εμπλεκόμενων μερών και άλλων παραγόντων που ενδέχεται να προκύψουν κατά την αντιμετώπιση του θέματος. Στα παραδείγματα πιθανών μεθόδων εναλλακτικής επίλυσης περιλαμβάνεται η συμβουλευτική καθοδήγηση (coaching), η εκπαίδευση, η διαμεσολάβηση, οι πρακτικές αποκατάστασης ή οι πειθαρχικές ενέργειες. Το Γραφείο διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας μπορεί να προσφέρει υποστήριξη για εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης εφόσον αυτή ζητηθεί.

 

Η επίλυση μιας αναφοράς μέσω διαδικασιών εναλλακτικής επίλυσης θα θεωρείται μια επιλογή καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ΠΚΔΠ.

C.   Έρευνα

Όταν κρίνεται ότι για ένα ζήτημα ενδείκνυται η διεξαγωγή έρευνας, η Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων (ΟΤΠΔ) θα διεξάγει μια πλήρη και αμερόληπτη έρευνα όπως περιγράφεται παρακάτω.

 

Μετά τη διεξαγωγή μέρους της έρευνας, η ΟΤΠΔ μπορεί να κρίνει ότι για το ζήτημα ενδείκνυται εναλλακτική επίλυση ή άλλες περαιτέρω ενέργειες, όπως σύμφωνα με διαφορετική πολιτική του Πανεπιστημίου. Σε αυτήν την περίπτωση, θα ληφθεί η ενδεδειγμένη έγκριση και τα εμπλεκόμενα μέρη θα ενημερωθούν ότι το ζήτημα έχει παραπεμφθεί ή η αναφορά ΠΚΔΠ μπορεί να κλείσει χωρίς περαιτέρω ενέργειες (όπως περιγράφεται περαιτέρω παρακάτω).

VII.     Διαδικασία έρευνας

 

Η έρευνα κατά κανόνα περιλαμβάνει συνεντεύξεις με τα Εμπλεκόμενα μέρη και τους Μάρτυρες που κατονόμασαν τα Εμπλεκόμενα μέρη ή ο ερευνητής, καθώς και τη συλλογή τυχόν σχετικών εγγράφων (ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, γραπτών μηνυμάτων, ημερολογίων, φωτογραφιών, βίντεο κτλ.). Τα Εμπλεκόμενα μέρη και οι Μάρτυρες οφείλουν να παρέχουν αληθείς πληροφορίες σύμφωνα με τα ιδεώδη και τις πολιτικές του Πανεπιστημίου.

Προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία με τα βήματα που περιγράφονται στην παρούσα Πολιτική, πρέπει ο Καταγγέλλων ή Υποβάλλων αναφορά να κατονομάσουν έναν Καταγγελλόμενο ή να έχουν χορηγηθεί επαρκή στοιχεία ώστε ο ερευνητής να προβεί σε ενέργειες ταυτοποίησης του Καταγγελλόμενου.

A.   Επικοινωνία ερευνητή/συνέντευξη με Καταγγέλλοντα (ή Καταγγέλλοντες)

Μια έρευνα ξεκινά με την επικοινωνία του ερευνητή με τον Καταγγέλλοντα (ή τους Καταγγέλλοντες) για τον προγραμματισμό μιας συνάντησης ώστε να ενημερωθεί εκτενέστερα για την εμπειρία και τις ανησυχίες τους. Οι Καταγγέλλοντες οφείλουν να ανταποκριθούν πάραυτα στην προσπάθεια επικοινωνίας του ερευνητή, όπως να μεριμνήσουν ώστε να είναι διαθέσιμοι για συνέντευξη εντός δέκα (10) Εργάσιμων ημερών από την αρχική επαφή. Σε περίπτωση που ο Καταγγέλλων παράσχει στον ερευνητή στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη ανυπέρβλητου κωλύματος[6] που εμποδίζει τη συνάντηση εντός δέκα (10) ημερών, αυτή η προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά την κρίση του ερευνητή.

Μετά την συνάντηση με τον Καταγγέλλοντα, ο ερευνητής θα συντάξει και θα κοινοποιήσει στον Καταγγέλλοντα μια περίληψη των ισχυρισμών του προς σχολιασμό, προκειμένου να εξασφαλιστούν η ακρίβεια και η πληρότητα.

 

Σε περίπτωση που ένας Καταγγέλλων δεν ανταποκριθεί στο αίτημα του ερευνητή για συνάντηση, δεν συμφωνήσει να πραγματοποιηθεί συνάντηση εντός του διαστήματος των δέκα ημερών (ελλείψει ανυπέρβλητου κωλύματος) ή/και δεν ανταποκριθεί έγκαιρα στους ισχυρισμούς που κοινοποίησε ο ερευνητής, τότε:

  • ο ερευνητής θα στείλει ένα αίτημα για συνάντηση στον Καταγγελλόμενο, αν η αναφορά περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία ώστε να χορηγηθεί στον Καταγγελλόμενο ουσιαστική ενημέρωση σχετικά με τους ισχυρισμούς ή
  • δεν θα υπάρξουν περαιτέρω ενέργειες και η έρευνα της ΠΚΔΠ θα κλείσει, αν η αναφορά δεν παρέχει επαρκή στοιχεία προκειμένου να μπορεί ο ερευνητής να χορηγήσει στον Καταγγελλόμενο ουσιαστική ενημέρωση σχετικά με τους ισχυρισμούς.

Εάν ο ερευνητής κρίνει ότι τα πραγματικά περιστατικά χρήζουν περαιτέρω προσοχής από μέρους του Πανεπιστημίου, μπορεί μια αναφορά να παραπεμφθεί σε εναλλακτική επίλυση ή σε ενέργειες σύμφωνα με άλλες εφαρμοστέες πολιτικές του Πανεπιστημίου.

 

B.   Επικοινωνία ερευνητή/συνέντευξη με Καταγγελλόμενο (ή Καταγγελλόμενους)

Οι Καταγγελλόμενοι επίσης οφείλουν να ανταποκριθούν πάραυτα στο αίτημα του ερευνητή για συνάντηση, όπως να μεριμνήσουν ώστε να είναι διαθέσιμοι για συνέντευξη εντός δέκα (10) Εργάσιμων ημερών από την αρχική επαφή. Σε περίπτωση που ο Καταγγελλόμενος παράσχει στον ερευνητή στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη ανυπέρβλητου κωλύματος[7] που εμποδίζει τη συνάντηση εντός δέκα (10) ημερών, αυτή η προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά την κρίση του ερευνητή.

 

Σε περίπτωση που ένας ερευνητής προβεί στην αρχική επικοινωνία με τον Καταγγελλόμενο (ή τους Καταγγελλόμενους), θα κοινοποιήσει το όνομα του Καταγγέλλοντος (ή των Καταγγελλόντων) καθώς και τους ισχυρισμούς προκειμένου να έχει χρόνο προετοιμασίας ο Καταγγελλόμενος (ή οι Καταγγελλόμενοι) πριν από τη συνάντηση. Μπορούν να προστεθούν ισχυρισμοί κατά τη διάρκεια μιας έρευνας. Σε αυτήν την περίπτωση, στον Καταγγελλόμενο χορηγείται επικαιροποιημένος κατάλογος των ισχυρισμών καθώς και η ευκαιρία απάντησης.

 

C.   Μάρτυρες

Οι Μάρτυρες οφείλουν να συμμορφωθούν με αιτήματα των ερευνητών για συνάντηση στο πλαίσιο της έρευνας ΠΚΔΠ. Οι Μάρτυρες μπορούν να ζητήσουν να παραμείνουν ανώνυμοι απέναντι στα Εμπλεκόμενα μέρη ή/και την Επιτροπή Κρίσης και την Επιτροπή προσφυγών. Αν ένας Μάρτυρας δεν ανταποκριθεί στην επικοινωνία του ερευνητή, ο επόπτης τους θα εμπλακεί ώστε να διευκολυνθεί η παρουσία του Μάρτυρα σε μια συνέντευξη (όπως ορίζεται αναλυτικότερα παρακάτω).

 

Οι Μάρτυρες που κοινοποιούν στοιχεία με τη μορφή των δικών τους ανησυχιών σχετικά με έναν Καταγγελλόμενο ενδέχεται να ενημερωθούν για τη δυνατότητα να υποβάλουν δική τους αναφορά ΠΚΔΠ.

 

Τα Εμπλεκόμενα μέρη και οι Μάρτυρες θα λάβουν υπενθύμιση ότι απαγορεύονται τα Αντίποινα.

 

Απορίες σχετικά με το τι μπορούν να περιμένουν στο πλαίσιο της έρευνας μπορούν να απευθύνονται στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων στη διεύθυνση PADH@Rochester.edu.

D.      Πρόσωπα υποστήριξης

Οι έρευνες που διεξάγονται στο πλαίσιο της παρούσας Πολιτικής είναι αυστηρά εσωτερικές. Τα Εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορούν να παρίστανται μαζί με ένα Πρόσωπο υποστήριξης κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε μέρους της συμμετοχής τους στη διαδικασία.  Οι ερευνητές θα περιλαμβάνουν τα Πρόσωπα υποστήριξης στις προκλήσεις για συνεντεύξεις ενώ ένα Εμπλεκόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει το Πρόσωπο υποστήριξης να περιλαμβάνεται επίσης σε άλλες επικοινωνίες.

 

Κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης, ένα Πρόσωπο υποστήριξης επιτρέπεται να προσφέρει σιωπηλή στήριξη σε ένα Εμπλεκόμενο μέρος αλλά δεν μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό του ούτε να παρέμβει/εμπλακεί. Ένα Εμπλεκόμενο μέρος οφείλει να ζητήσει διακοπή προκειμένου να αναζητήσει υποστήριξη ή να διαβουλευθεί με το Πρόσωπο υποστήριξης και θα του παρασχεθεί ιδιωτικός χώρος.

 

Οι ερευνητές δεν θα αλληλεπιδρούν ευθέως με το Πρόσωπο υποστήριξης σχετικά με ουσιαστικά ή διαδικαστικά θέματα που αφορούν την έρευνα.

E.    Καθήκοντα εποπτών στις έρευνες ΠΚΔΠ

Οποιοσδήποτε εργαζόμενος του Πανεπιστημίου με εποπτικά καθήκοντα οφείλει να συνεργαστεί με έρευνες ΠΚΔΠ. Αυτό περιλαμβάνει, ενδεικτικά, να ανταποκρίνεται πάραυτα σε αιτήματα συμμετοχής σε συνεντεύξεις και να είναι διαθέσιμος για συνεντεύξεις κατά τη διάρκεια των εργάσιμων ωρών ανά πάσα στιγμή, εφόσον δεν βρίσκονται σε άδεια. Οι επόπτες οφείλουν επίσης να παρέχουν συνδρομή στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων εξασφαλίζοντας πάραυτα, εφόσον ζητηθεί, ότι στα Εμπλεκόμενα μέρη και στους Μάρτυρες που είναι εργαζόμενοι χορηγείται χρόνος κατά τη διάρκεια των εργάσιμων ωρών προκειμένου να συμμετάσχουν σε συνεντεύξεις κατά προτεραιότητα για το τμήμα το οποίο εποπτεύουν.

 

F.    Προσωρινά μέτρα

Το Πανεπιστήμιο έχει το δικαίωμα να εφαρμόσει προσωρινά μέτρα κατά τη διάρκεια μιας έρευνας προκειμένου να προστατέψει άτομα ή το περιβάλλον εργασίας, μάθησης, φροντίδας ασθενών ή διαβίωσης ή προκειμένου να προστατέψει το απόρρητο και την ακεραιότητα της διαδικασίας ΠΚΔΠ. Τα προσωρινά μέτρα ενδέχεται να περιλαμβάνουν ενδεικτικά τα εξής:

 

  • τη χορήγηση προσωρινών αδειών από την εργασία
  • τον αποκλεισμό από προγράμματα ή/και χώρους
  • την τροποποίηση των συνθηκών εργασίας, μάθησης, περίθαλψης ή διαβίωσης

 

Εφόσον κριθούν πρόσφορα, ο ερευνητής θα ενημερώσει το Εμπλεκόμενο μέρος ότι διατίθενται προσωρινά μέτρα. Σε περίπτωση που ένα Εμπλεκόμενο μέρος ζητήσει ένα προσωρινό μέτρο κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ή σε άλλη επικοινωνία με τον ερευνητή, ή η ΟΤΠΔ εντοπίσει τη δυνητική ανάγκη προσωρινών μέτρων, το εν λόγω αίτημα ή σύσταση θα κοινοποιηθεί στον αντίστοιχο προϊστάμενο λειτουργιών ανθρώπινου δυναμικού, ο οποίος θα διευκολύνει τις συζητήσεις με το ενδεδειγμένο διοικητικό προσωπικό. Όταν Εμπλεκόμενο μέρος είναι ένα μέλος του διοικητικού προσωπικού, ο ΕΣΑΔ θα περιλαμβάνεται επίσης στην εν λόγω επικοινωνία και ενδέχεται να συνεργαστεί απευθείας με τον προϊστάμενο/επικεφαλής/επόπτη για να γίνει αξιολόγηση, να ληφθεί απόφαση και να εφαρμοστούν τα ενδεδειγμένα προσωρινά μέτρα. Όταν Εμπλεκόμενο μέρος είναι ένα μέλος του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, ζητείται η γνώμη του κοσμήτορα ή του αντίστοιχου επικεφαλής του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού στο ιατρικό κέντρο για τον προσδιορισμό και την εφαρμογή ενός εφικτού προσωρινού μέτρου. Ο Προϊστάμενος λειτουργιών ανθρώπινου δυναμικού θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να διασφαλίσει ότι το προσωρινό μέτρο θα τεθεί σε ισχύ το αργότερο εντός επτά (7) Εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της Ομάδας τήρησης ή συνιστώμενου προσωρινού μέτρου από την ΟΤΠΔ προς τον Προϊστάμενο λειτουργιών ανθρωπίνου δυναμικού.

 

Σε περίπτωση που ο αντίστοιχος Προϊστάμενος λειτουργιών ανθρώπινου δυναμικού είναι ο Καταγγελλόμενος, η ΟΤΠΔ εντοπίζει ένα άλλο κατάλληλο άτομο στο οποίο θα αποστείλει τη σύσταση για την αξιολόγηση ή/και εφαρμογή ενός προσωρινού μέτρου.

 

Γενικότερα, τα προσωρινά μέτρα θα ισχύουν καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ΠΚΔΠ και μπορούν να παραταθούν και πέρα από την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

G.   Εκθέσεις έρευνας και ευκαιρία εξέτασης και απάντησης από μέρους των Εμπλεκόμενων μερών

Αφού ένας ερευνητής κρίνει ότι ολοκληρώθηκε η έρευνα, θα χορηγηθεί στα Εμπλεκόμενα μέρη ηλεκτρονική πρόσβαση σε ένα σχέδιο έκθεσης έρευνας. Το σχέδιο έκθεσης έρευνας περιλαμβάνει μια περίληψη των σταδίων της έρευνας καθώς και των πηγών πληροφόρησης ενώ συνθέτει όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις των Εμπλεκόμενων μερών και των Μαρτύρων, άλλες πληροφορίες και έγγραφα) που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια μιας έρευνας. Το σχέδιο της έκθεσης δεν θα περιλαμβάνει τα ονόματα των Μαρτύρων ενώ μπορεί να περιλαμβάνει απαλοιφές στοιχείων ταυτοποίησης με βάση νόμους στους οποίους περιλαμβάνονται ενδεικτικά οι νόμοι FERPA και HIPAA.

 

Τα Εμπλεκόμενα μέρη θα έχουν ένα διάστημα πέντε (5) διαδοχικών Εργάσιμων ημερών για να μελετήσουν το σχέδιο της έκθεσης και, εάν το επιθυμούν, να υποβάλουν μια έγγραφη απάντηση απευθείας προς τον ερευνητή. Γίνονται δεκτά αιτήματα για εύλογες διευκολύνσεις όσον αφορά τη μελέτη της έκθεσης. Η έγγραφη απάντηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε (5) σελίδες και πρέπει να είναι σε διπλό διάστιχο, με γραμματοσειρά Times New Roman δώδεκα (12) στιγμών και περιθώρια μίας ίντσας (2,25 εκ.). Ο ερευνητής θα λάβει υπόψη του τυχόν σχόλια των Εμπλεκόμενων μερών και θα κρίνει εάν απαιτείται περαιτέρω έρευνα πριν ολοκληρώσει την έκθεση έρευνας. Οι έγγραφες απαντήσεις των Εμπλεκόμενων μερών θα περιλαμβάνονται στον φάκελο της έρευνας και, κατά την κρίση του ερευνητή, ορισμένα στοιχεία από τις απαντήσεις των Εμπλεκόμενων μερών μπορούν να ενσωματωθούν στην οριστική έκθεση έρευνας.

 

Η οριστική έκθεση έρευνας περιλαμβάνει μια περίληψη των σταδίων της έρευνας και των πηγών πληροφόρησης, συνθέτει όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια μιας έρευνας και εκθέτει τα πορίσματα του ερευνητή ως προς τα πραγματικά περιστατικά με γνώμονα την πιθανολόγηση των αποδείξεων, δηλαδή μια εκτίμηση του τι είναι πιθανότερο να συνέβη με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου.

 

Όταν εκμεταλλεύονται την ευκαιρία μελέτης του σχεδίου της έκθεσης έρευνας, τα Εμπλεκόμενα μέρη οφείλουν να έχουν διαρκώς υπόψη την απαγόρευση των Αντιποίνων που προβλέπει η παρούσα Πολιτική.

H.   Χρόνοι

Η Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων επιδιώκει να ολοκληρώνει τις έρευνες εντός πενήντα (50) Εργάσιμων ημερών από την αρχική επικοινωνία του ερευνητή προς έναν Καταγγέλλοντα. Η διάρκεια μιας έρευνας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως, ενδεικτικά, τον αριθμό Εμπλεκόμενων μερών και Μαρτύρων, το εύρος των ισχυρισμών και εάν προβάλλονται πρόσθετοι ισχυρισμοί σχετικά με την ΠΚΔΠ κατά τη διάρκεια της έρευνας, την ταχύτητα απόκρισης των Εμπλεκόμενων μερών και Μαρτύρων στα αιτήματα συνάντησης και σε άλλες ευκαιρίες συμμετοχής στη διαδικασία καθώς και στον όγκο των σχετικών εγγράφων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων που έχουν κατατεθεί. Με άλλα λόγια, ορισμένες έρευνες μπορεί να ολοκληρωθούν σε έναν μήνα ενώ άλλες μπορεί να χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να διεξαχθεί μια διεξοδική και ολοκληρωμένη έρευνα. Η ΟΤΠΔ θα λαμβάνει διαρκώς υπόψη της τη συνολική προθεσμία και θα παρέχει ενημερώσεις σχετικά με την πορεία της διαδικασίας στα εμπλεκόμενα μέρη κατά τη διάρκεια της έρευνας.

I.      Επόμενο στάδιο μετά την έρευνα

Υπάρχουν διάφορες επιλογές για τα επόμενα στάδια μετά την ολοκλήρωση μιας έρευνας:

  • Περάτωση της έρευνας ή παραπομπή σε περαιτέρω ενέργειες σύμφωνα με άλλες πολιτικές του Πανεπιστημίου με βάση το γεγονός ότι κανένας ισχυρισμός περί Διακρίσεων ή Παρενόχλησης λόγω Προστατευόμενου χαρακτηριστικού δεν τεκμηριώθηκε με βάση την πλειονότητα των αποδεικτικών στοιχείων, όπως κρίθηκε από τον ερευνητή, και κατόπιν έγκρισης από τον Αναπληρωτή αντιπρόεδρο τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων.
  • Αναζήτηση της κατάλληλης έγκρισης για παραπομπή σε εναλλακτική επίλυση διαφορών, βάσει του ότι μόνο ένας ισχυρισμός περί Διακρίσεων ή Παρενόχλησης λόγω Προστατευόμενου χαρακτηριστικού τεκμηριώθηκε από την πλειονότητα των αποδεικτικών στοιχείων και τυχόν εναπομείναντες ισχυρισμοί ενδείκνυνται για πιο έγκαιρη λήψη περαιτέρω μέτρων.
  • Έναρξη της διαδικασίας λήψης απόφασης με τη χορήγηση της οριστικής έκθεσης έρευνας και πρόσβασης στον φάκελο της έρευνας στον πρόεδρο μιας Επιτροπής κρίσης. Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότερες εκθέσεις που αφορούν τον ίδιο Καταγγελλόμενο ή Καταγγελλόμενους, μπορεί να συγκληθεί η ίδια Επιτροπή κρίσης για να αποφασίσει για όλα τα ζητήματα στα οποία εμπλέκονται ο εν λόγω Καταγγελλόμενος (ή Καταγγελλόμενοι). Οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων εκτίθενται περαιτέρω στην επόμενη ενότητα.

VIII.    Διαδικασία λήψης αποφάσεων

 

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής κρίσης επιλέγεται με βάση τον παρακάτω πίνακα. Στη συνέχεια επιλέγει τα άλλα μέλη που απαρτίζουν την τριμελή ή πενταμελή[8] Επιτροπή.  Ο αυτοδικαίως οριζόμενος πρόεδρος της Επιτροπής κρίσης έχει τη διακριτική ευχέρεια να ορίσει έναν άλλο πρόσωπο αντίστοιχου βαθμού που θα ασκήσει τα καθήκοντα του Προέδρου. Από κοινού, η Επιτροπή κρίσης θα αποφασίσει σχετικά με το αν τα πορίσματα ως προς τα πραγματικά περιστατικά που σχετίζονται με την προβολή ισχυρισμών περί Διάκρισης, Παρενόχλησης ή Αντιποίνων λόγω Προστατευόμενου χαρακτηριστικού συνίστανται σε παραβίαση της παρούσας Πολιτικής.

 

Σύμφωνα με όσα απαιτεί η νομοθεσία της πολιτείας της Νέας Υόρκης, οι αναφορές κατά Στελεχών του Πανεπιστημίου επιβλέπονται από την Εξελεγκτική επιτροπή του Συμβουλίου των εφόρων, η οποία δύναται να κρίνει σκόπιμο τον χειρισμό μιας αναφοράς μέσω διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη που ισχύει για τις Επιτροπές κρίσης και τις Επιτροπές προσφυγών βάσει της παρούσας πολιτικής.

 

Καταγγελία κατά: Πρόεδρος της επιτροπής θα είναι:
μέλους του διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού ή ανησυχητικό θέμα για διακρίσεις που αφορούν μια διαδικασία μελών του διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού ο κοσμήτορας της σχολής στην οποία ο Καταγγελλόμενος έχει την κύρια θέση του ή όπου λαμβάνει χώρα η προσβαλλόμενη διαδικασία
μέλους του διοικητικού προσωπικού σε σχολή ή κολέγιο ο κοσμήτορας της σχολής ή του κολεγίου του Καταγγελλόμενου
μέλους του διοικητικού προσωπικού – βιβλιοθήκες River Campus ο αντιπρύτανης (Vice Provost) και ο κοσμήτορας της βιβλιοθήκης
μέλους του διοικητικού προσωπικού – Laboratory for Laser Energetics ο διευθυντής του εργαστηρίου Laboratory for Laser Energetics
μέλους του διοικητικού προσωπικού – Memorial Art Gallery ο διευθυντής της πινακοθήκης Memorial Art Gallery
 

μέλους του διοικητικού προσωπικού – Strong Memorial Hospital

ο διευθύνων σύμβουλος του νοσοκομείου Strong Memorial Hospital (ή το πρόσωπο που θα ορίσει)
 

μέλους του διοικητικού προσωπικού – κεντρική διοίκηση

ο αντιπρόεδρος του τμήματος/της μονάδας του Καταγγελλόμενου (ή ο αντικαταστάτης του)
 

μεταδιδακτορικού ερευνητή ή συνεργάτη

πρόσωπο ισόβαθμο με τον κοσμήτορα μεταπτυχιακών σπουδών της σχολής του Καταγγελλόμενου
κοσμήτορα σχολής ή κολεγίου ο πρύτανης (Provost)
Στελέχη και έφοροι του Πανεπιστημίου Θα αποφασιστεί από την Εξελεγκτική επιτροπή του Συμβουλίου εφόρων[9]
 

Καλυπτόμενο άτομο (μη νοσοκομειακό προσωπικό)

ο Α’ αντιπρόεδρος οικονομικών και διοίκησης (ή το πρόσωπο που θα ορίσει)
Καλυπτόμενο άτομο στο νοσοκομείο Strong Memorial Hospital ο διευθύνων σύμβουλος του νοσοκομείου Strong Memorial Hospital (ή το πρόσωπο που θα ορίσει)

 

A.   Ενημέρωση των μελών της Επιτροπής και ευκαιρία εναντίωσης

Μετά τη συγκρότηση της Επιτροπής κρίσης και πριν από τη συνεδρίασή της, τα Εμπλεκόμενα μέρη ενημερώνονται για τη σύνθεση της Επιτροπής. Εντός δύο (2) Εργάσιμων ημερών από την εν λόγω ενημέρωση, ένα Εμπλεκόμενο μέρος που προβληματίζεται για μια σύγκρουση συμφερόντων ή οποιοδήποτε θέμα που αφορά τη δυνατότητα μέλους της Επιτροπής να ασκήσει με αμεροληψία τα καθήκοντά του μπορεί να καταθέσει υπόμνημα απευθυνόμενο στο Πρόεδρο της Επιτροπής και όπου θα επεξηγεί τους προβληματισμούς του. Ο πρόεδρος της Επιτροπής θα αξιολογήσει αυτούς τους προβληματισμούς και θα αποφασίσει αν θα αντικαταστήσει το μέλος της Επιτροπής. Αν ο προβληματισμός εκφράζεται για τον πρόεδρο της Επιτροπής, ένα άλλο μέλος της Επιτροπής θα αξιολογήσει και θα αποφασίσει. Σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι το μέλος της Επιτροπής μπορεί να συνεχίσει, μόνο το Εμπλεκόμενο μέρος που εναντιώθηκε θα ενημερωθεί εγγράφως. Σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι το μέλος της Επιτροπής πρέπει να αντικατασταθεί, και τα δύο/όλα τα Εμπλεκόμενα μέρη θα λάβουν έγγραφη ενημέρωση σχετικά με το νέο μέλος της Επιτροπής. Όταν εγείρονται τέτοιοι προβληματισμοί, η προθεσμία για την έκδοση απόφασης σχετικά με μια παραβίαση της Πολιτικής αναστέλλεται μέχρι την οριστική απόφαση σχετικά με τη φερόμενη ως σύγκρουση συμφερόντων ενός μέλους της Επιτροπής ή την αδυναμία άσκησης των καθηκόντων του με αμεροληψία.

B.   Διασκέψεις

Προκειμένου να αποφασίσει, στην Επιτροπή χορηγείται η οριστική έκθεση έρευνας και οι απαντήσεις των Εμπλεκόμενων μερών στο σχέδιο της έκθεση, αν υφίστανται, και της παρέχεται επίσης πρόσβαση στον φάκελο της έρευνας. Τα πρόσωπα που αποφασίζουν θα εφαρμόσουν τις σχετικές διατάξεις της πολιτικής στα πορίσματα επί των πραγματικών περιστατικών του ερευνητή, προκειμένου να κρίνουν εάν υπήρξε παραβίαση της παρούσας Πολιτικής βάσει της αρχής της πλειονότητας των αποδεικτικών στοιχείων. Οι αποφάσεις της Επιτροπής πρέπει να εγκρίνονται κατά πλειοψηφία. Εάν διαπιστωθεί παραβίαση της παρούσας Πολιτικής, η Επιτροπή θα ορίσει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα που συνάδουν με την πολιτική και την πρακτική του Πανεπιστημίου.

 

Το προσωπικό που υπηρετεί σε Επιτροπή τηρεί το απόρρητο των στοιχείων που αποκαλύφθηκαν στο υλικό το οποίο χορηγήθηκε για τις διασκέψεις, σύμφωνα με την πολιτική του Πανεπιστημίου.

C.   Χρόνος έκδοσης έγγραφης απόφασης

Η Επιτροπή κατά κανόνα εκδίδει έγγραφη απόφαση εντός είκοσι (20) Εργάσιμων ημερών μετά την πρώτη συνάντηση της Επιτροπής. Ο πρόεδρος της Επιτροπής έχει τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει αυτήν την προθεσμία. Η έγγραφη απόφαση που αποστέλλεται στα Εμπλεκόμενα μέρη περιλαμβάνει περίληψη των πορισμάτων της έρευνας και περιλαμβάνει επίσης ένα συμπέρασμα ως προς το αν ο Καταγγελλόμενος παραβίασε την Πολιτική και εάν δικαιολογείται η λήψη διορθωτικών μέτρων.

 

Η απόφαση της Επιτροπής κρίσης κοινοποιείται στον αντίστοιχο Προϊστάμενο λειτουργιών ανθρώπινου δυναμικού.

D.   Πιθανή έκβαση των αποφάσεων της Επιτροπής

Όταν ένας Καταγγελλόμενος κριθεί ότι παραβίασε την παρούσα Πολιτική, η Επιτροπή κρίσης έχει πλήρη εξουσία να επιβάλει τις ενδεδειγμένες κυρώσεις[10],
που βασίζονται στα συγκεκριμένα πορίσματα ως προς τα πραγματικά περιστατικά και την παραβίαση (ή τις παραβιάσεις). Κατά τον προσδιορισμό της ενδεδειγμένης κύρωσης, ο πρόεδρος της Επιτροπής έχει τη διακριτική ευχέρεια διαβούλευσης με το αντίστοιχο ανώτερο διοικητικό στέλεχος, τον Α’ αντιπρόεδρο και επικεφαλής του γραφείου ανθρώπινου δυναμικού ή/και τον αντιπρόεδρο διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας. Τα πειθαρχικά, επανορθωτικά ή διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται σε Καταγγελλόμενους που είναι διδακτικό, ερευνητικό ή διοικητικό προσωπικό μπορεί να περιλαμβάνουν εντελώς ενδεικτικά τα εξής:

  • καταγγελία της σύμβασης εργασίας
  • υποβιβασμό
  • Παράσταση ενώπιον της Πανεπιστημιακής Επιτροπής Μονιμότητας και Προνομίων για ανάκληση της μονιμότητας ή καταγγελία της σύμβασης[11]
  • μη ανανέωση της σύμβασης
  • μετακίνηση σε άλλη θέση/μεταβολή καθηκόντων
  • μείωση της αποζημίωσης ή παρακράτηση αύξησης μισθού ή άλλων πόρων
  • ανάκληση ή αναστολή των κλινικών προνομίων
  • ανάκληση διοικητικών καθηκόντων
  • καταγραφή της παράβασης και των συνεπειών στον φάκελο εργαζομένου/μέλους του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού
  • υποχρεωτική επιμόρφωση
  • επίβλεψη ή συνεχή παρακολούθηση
  • αναστολή χωρίς αποδοχές
  • γραπτή επίπληξη
  • αναφορά της παραβίασης της παρούσας Πολιτικής στην αρμόδια αρχή παροχής επιχορηγήσεων ή αδειοδότησης, εάν προβλέπεται

 

Όταν ο Καταγγελλόμενος είναι Καλυπτόμενο πρόσωπο, οι κυρώσεις ενδέχεται να περιλαμβάνουν την απαγόρευση εισόδου σε χώρους του Πανεπιστημίου ή/και περιορισμούς πρόσβασης σε χώρους του Πανεπιστημίου.

 

Η διαπίστωση ότι η συμπεριφορά δεν παραβιάζει την παρούσα Πολιτική δεν εμποδίζει το Πανεπιστήμιο να απαιτήσει διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της απαίτησης συμμετοχής σε υποχρεωτική επιμόρφωση ή συμβουλευτική καθοδήγηση (coaching). Επίσης, το Πανεπιστήμιο μπορεί να κρίνει ότι ενδείκνυνται ορισμένες μη πειθαρχικές εκπαιδευτικές ευκαιρίες, όπως συνεδρίες κατάρτισης ή μεντορείας (mentoring).

 

Στις περιπτώσεις που υπάρχει απόφαση ότι η παρούσα Πολιτική δεν παραβιάστηκε αλλά 1) η συμπεριφορά ήταν αρκετά σημαντική ώστε να ενδείκνυται επόμενο στάδιο ή 2) η έρευνα αποκάλυψε συμπεριφορά που παραβίαζε άλλη πολιτική ή κανόνα του Πανεπιστημίου, το Πανεπιστήμιο έχει τη διακριτική ευχέρεια να προβεί σε πειθαρχικά, επανορθωτική ή διορθωτικά μέτρα. Επιπλέον, ανεξάρτητα από την επίλυση μιας καταγγελίας μέσω της απόφασης μιας Επιτροπής, εάν φέρεται να υπάρχει ή εάν αποκαλυφθεί συμπεριφορά που μπορεί να παραβιάζει άλλη πολιτική ή κανόνα του Πανεπιστημίου, το Πανεπιστήμιο μπορεί να κινήσει επιμέρους έρευνα ή έλεγχο, που μπορεί να οδηγήσει σε πειθαρχικά, επανορθωτικά ή διορθωτικά μέτρα με βάση την εν λόγω συμπεριφορά.

 

Τα Εμπλεκόμενα μέρη έχουν την ευκαιρία προσφυγής κατά της απόφασης στην Επιτροπή προσφυγών. Η διαδικασία προσφυγών περιγράφεται παρακάτω.

IX.    Προσφυγές

A.   Λόγοι προσφυγής

Τα Εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να καταθέσουν έγγραφη προσφυγή με βάση έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω λόγους:

  1. οψιφανή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δεν ήταν προηγουμένως στη διάθεση του Εμπλεκόμενου μέρους και θα μπορούσαν να μεταβάλουν την έκβαση της απόφασης της Επιτροπής κρίσης,
  2. ουσιώδη ελαττώματα της διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση της Επιτροπής κρίσης, τα οποία θα μπορούσαν να μεταβάλουν την έκβαση της απόφασης ή
  3. βαρύτητα ή προσφορότητα των διορθωτικών μέτρων που επιβλήθηκαν.

 

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι προσφυγές δεν αποσκοπούν στη διενέργεια δεύτερης έρευνας ούτε στην επανεξέταση του σκεπτικού των πορισμάτων του ερευνητή ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή του σκεπτικού της απόφασης της Επιτροπής κρίσης σχετικά με μια παραβίαση της Πολιτικής, εκτός εάν οι ισχυρισμοί της προσφυγής του Εμπλεκόμενου μέρους εμπίπτουν σε έναν από τους λόγους προσφυγής.

B.   Πρόσβαση στην οριστική έκθεση έρευνας, προθεσμία και μορφή προσφυγής

Τα Εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να ζητήσουν ηλεκτρονική πρόσβαση στην οριστική έκθεση έρευνας προκειμένου να αποφασίσουν αν θα ασκήσουν προσφυγή ή προκειμένου να τεκμηριώσουν το περιεχόμενο της προσφυγής τους. Η ηλεκτρονική πρόσβαση στην οριστική έκθεση έρευνας θα χορηγείται για τρεις (3) διαδοχικές Εργάσιμες ημέρες. Γίνονται δεκτά αιτήματα για εύλογες διευκολύνσεις όσον αφορά τη μελέτη της έκθεσης.

 

Οι προσφυγές πρέπει να κατατίθενται εγγράφως στον πρόεδρο της Επιτροπής προσφυγών (ή στο πρόσωπο που έχει ορίσει) που κατονομάζεται στην επιστολή με την απόφαση της Επιτροπής κρίσης εντός δέκα (10) Εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της επιστολής. Αυτή η προθεσμία μπορεί να παραταθεί μόνο σε περιπτώσεις ανυπέρβλητου κωλύματος[12] που επεξηγείται σε έγγραφο που καταθέτει το Εμπλεκόμενο μέρος στον Πρόεδρο της Επιτροπής προσφυγών πριν από την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής. Η απόφαση παράτασης της προθεσμίας είναι στη διακριτική ευχέρεια του Προέδρου.

 

Το κείμενο της προσφυγής δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε (5) σελίδες και πρέπει να είναι σε διπλό διάστιχο, με γραμματοσειρά Times New Roman δώδεκα (12) στιγμών και περιθώρια μίας ίντσας (2,25 εκ.).

C.   Ενημέρωση των Εμπλεκόμενων μερών σχετικά με την κατάθεση προσφυγής

Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την κατάθεση προσφυγής, τα Εμπλεκόμενα μέρη θα ενημερωθούν ότι κατατέθηκε προσφυγή ή ότι η προθεσμία προσφυγής έχει παρέλθει και δεν κατατέθηκε προσφυγή. Η ενημέρωση προς Εμπλεκόμενο μέρος που δεν προσέφυγε ότι το άλλο Εμπλεκόμενο μέρος κατέθεσε προσφυγή δεν παρατείνει την προθεσμία ώστε το Εμπλεκόμενο μέρος που δεν προσέφυγε να καταθέσει τη δική του προσφυγή.

D.   Πρόεδρος και σύνθεση Επιτροπής προσφυγών

Σε γενικές γραμμές, όταν ο Καταγγελλόμενος είναι:

  • Μέλος του διοικητικού προσωπικού ή Καλυπτόμενο πρόσωπο (π.χ. Επισκέπτης, ασθενής ή ανάδοχος εργολαβίας): Καθήκοντα Προέδρου της Επιτροπής προσφυγών ασκεί ο προϊστάμενος του επιτελείου του Προέδρου ή το πρόσωπο που έχει ορίσει
  • Μέλος του διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού: Καθήκοντα Προέδρου της Επιτροπής προσφυγών ασκεί ο πρύτανης ή το πρόσωπο που έχει ορίσει

 

Μόλις λάβει μια προσφυγή, ο πρόεδρος της Επιτροπής προσφυγών διορίζει δύο ακόμα μέλη αλλά η Επιτροπή δεν συνεδριάζει πριν παρέλθει η προθεσμία άσκησης προσφυγής από μέρους των Εμπλεκόμενων μερών. Η Επιτροπή προσφυγών δεν μπορεί να περιλαμβάνει μέλη της Επιτροπής κρίσης.

E.   Διασκέψεις και ενέργειες της Επιτροπής προσφυγών

Για τη διαμόρφωση της κρίσης της, η Επιτροπή προσφυγών θα έχει πρόσβαση στην τελική έκθεση έρευνας, στις απαντήσεις των Εμπλεκόμενων μερών επί του σχεδίου της έκθεσης έρευνας, στην επιστολή με την απόφαση της Επιτροπής κρίσης, καθώς και σε τυχόν στοιχεία του φακέλου της έρευνας που κρίνει αναγκαία για την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής.

 

Οι Επιτροπές προσφυγών μπορούν να προβούν στις ακόλουθες ενέργειες:

  1. Επικύρωση της απόφασης της Επιτροπής κρίσης
  2. Αναπομπή στον αρχικό ερευνητή ή/και στην Επιτροπή κρίσης για την εξέταση νέων αποδεικτικών στοιχείων, διαδικαστικού σφάλματος που επικαλείται κάποιο Εμπλεκόμενο μέρος ή για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων ενεργειών
  3. Σε θέματα όπου υπάρχει ισχυρισμός περί σύγκρουσης συμφερόντων ή αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων με αμεροληψία, αποστολή σε νέο ερευνητή ή Επιτροπή κρίσης
  4. Τροποποίηση του επιβληθέντος διορθωτικού μέτρου ή πειθαρχικής ποινής

 

F.    Χρόνος έκδοσης και περιεχόμενο της έγγραφης απόφασης

Σε γενικές γραμμές, ο πρόεδρος της Επιτροπής προσφυγών εκδίδει έγγραφη απόφαση εντός είκοσι (20) Εργάσιμων ημερών μετά την πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής προσφυγών. Ο πρόεδρος της Επιτροπής προσφυγών έχει τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει αυτήν την προθεσμία.

 

Στα Εμπλεκόμενα μέρη παρέχεται η ίδια ενημέρωση όταν η Επιτροπή προσφυγών προβεί στην ενέργεια που περιγράφεται στα στοιχεία 1, 2 ή 3 ανωτέρω. Η απόφαση της Επιτροπή προσφυγών είναι οριστική. Η απόφαση της Επιτροπής προσφυγών κοινοποιείται στον οικείο προϊστάμενο λειτουργιών ανθρώπινου δυναμικού.

X.           Ενημέρωση προς τον οικείο επικεφαλής και αρμοδιότητα για τα επόμενα στάδια

 

Μετά την έκδοση απόφασης της Επιτροπής προσφυγών με την οποία επικυρώνεται η κρίση της Επιτροπής κρίσης ή μετά την παρέλευση της προθεσμίας άσκησης προσφυγής χωρίς να έχει υποβληθεί προσφυγή, στο αρμόδιο διοικητικό προσωπικό, συμπεριλαμβανομένου του οικείου Προϊσταμένου λειτουργιών ανθρώπινου δυναμικού, χορηγείται η οριστική απόφαση, στον βαθμό που διαπιστώνεται παραβίαση πολιτικής ή ανατίθενται επόμενες ενέργειες, ακόμη και αν δεν υφίσταται παραβίαση πολιτικής.

 

Οι Προϊστάμενοι λειτουργιών ανθρώπινου δυναμικού διευκολύνουν και παρακολουθούν την ολοκλήρωση των επόμενων σταδίων που απαιτούνται με βάση την απόφαση.

 

XI.       Εμπιστευτικότητα

 

Το Πανεπιστήμιο λαμβάνει εύλογα μέτρα για την προστασία της ιδιωτικότητας των Εμπλεκόμενων μερών και των Μαρτύρων. Τα Εμπλεκόμενα μέρη παραμένουν ελεύθερα να κοινοποιήσουν τις δικές τους εμπειρίες. Ωστόσο, είναι γενικά σκόπιμος ο περιορισμός του αριθμού των ατόμων στα οποία εκμυστηρεύονται τις εμπειρίες τους. Τα Εμπλεκόμενα μέρη, οι Μάρτυρες και τα Πρόσωπα υποστήριξης θα πληροφορούνται ότι η δημοσιοποίηση στοιχείων σχετικά με την αναφορά ή την έρευνα μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ακεραιότητα της έρευνας, να προκαλέσει αναταραχή σε περιβάλλοντα εργασίας, μάθησης και διαβίωσης, να επηρεάσει την αντίληψη και την ανάμνηση γεγονότων και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι συνίσταται σε Αντίποινα σε βάρος κάποιου συμμετέχοντος στην έρευνα. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, τα Αντίποινα αποτελούν παραβίαση της παρούσας Πολιτικής.

 

Οι Προϊστάμενοι λειτουργιών ανθρώπινου δυναμικού και άλλο αρμόδιο διοικητικό προσωπικό θα ενημερώνονται για αναφορές ΠΚΔΠ που υποβλήθηκαν στη Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων ή/και όταν υπάρχει ανάγκη ορισμού προσωρινών μέτρων.

 

Με εξαίρεση όσα προβλέπονται στην Ενότητα Χ, το αποτέλεσμα της διαδικασίας απόφασης θα κοινοποιείται μόνο στα Εμπλεκόμενα μέρη και όχι στους Μάρτυρες ή στον Υποβάλλοντα αναφορά. Ωστόσο, κατόπιν συνεννόησης με το Γραφείου του νομικού συμβούλου, ο πρόεδρος, η Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων ή ο πρόεδρος της επιτροπής μπορούν να κοινοποιήσουν την έκθεση ή άλλα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, εφόσον το απαιτεί ο νόμος ή κάποια κανονιστική διάταξη ή εφόσον είναι ενδεδειγμένο για άλλον λόγο.

 

Το Πανεπιστήμιο διατηρεί το δικαίωμα να προβαίνει σε συγκεντρωτικές, ανωνυμοποιημένες αναφορές σχετικά με την παρούσα Πολιτική.

XII.       Τήρηση αρχείου

 

Όταν η διαδικασία αυτή καταλήγει σε διαπίστωση ότι έχει σημειωθεί παραβίαση της παρούσας Πολιτικής και έχουν ανατεθεί ενέργειες συμβουλευτικής, πειθαρχικών μέτρων ή άλλες επανορθωτικές/διορθωτικές ενέργειες (μη συμπεριλαμβανομένων των συνιστώμενων εκπαιδευτικών ευκαιριών), η απόφαση της Επιτροπής κρίσης (και, κατά περίπτωση, η απόφαση της Επιτροπής προσφυγών) τίθεται στον ατομικό φάκελο του Καταγγελλόμενου στο Τμήμα ανθρωπίνου δυναμικού (προκειμένου για διοικητικό προσωπικό) ή στο Γραφείο του πρύτανη (προκειμένου για διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό). Όταν υποβάλει αίτηση για άλλη θέση στο Πανεπιστήμιο, ο Καταγγελλόμενος ενδέχεται να ερωτηθεί εάν έχει κριθεί υπαίτιος παραβίασης της παρούσας Πολιτικής και, στην περίπτωση αυτή, του παρέχεται η ευκαιρία να δώσει εξηγήσεις.

 

Σε περίπτωση που δεν διαπιστωθεί παραβίαση της Πολιτικής, αλλά το Πανεπιστήμιο λάβει άλλα πειθαρχικά, επανορθωτικά ή διορθωτικά μέτρα (μη συμπεριλαμβανομένων των συνιστώμενων εκπαιδευτικών ευκαιριών) βάσει στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση του κατά τη διάρκεια της έρευνας, τα σχετικά με τα μέτρα αυτά έγγραφα τίθενται στον ατομικό φάκελο του εν λόγω προσώπου στο Τμήμα ανθρώπινου δυναμικού (για το διοικητικό προσωπικό) ή στο Γραφείο του πρύτανη (για το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό), αντίγραφο δε αυτών μπορεί να κοινοποιείται στον προϊστάμενο, στον πρόεδρο τμήματος ή/και στον κοσμήτορα του εν λόγω προσώπου, κατά περίπτωση.

 

Το πλήρες αρχείο κάθε υπόθεσης ΠΚΔΠ, συμπεριλαμβανομένου αντιγράφου οποιασδήποτε απόφασης της Επιτροπής κρίσης ή/και της Επιτροπής προσφυγών, τηρείται από την Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, οι φάκελοι των αναφορών και τυχόν διορθωτικών μέτρων που ελήφθησαν πρέπει να διαβιβάζονται στην Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων.

XIII. Παράλληλες έρευνες

 

Με την επιφύλαξη της ισχύουσας νομοθεσίας περί ιδιωτικότητας και απορρήτου, καμία διάταξη της παρούσας Πολιτικής δεν εμποδίζει τη διενέργεια κοινών ερευνών ή/και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ομάδα τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων και άλλου τμήματος/τομέα του Πανεπιστημίου που έχει τη δική του νόμιμη ή άλλη υποχρέωση να ερευνά ισχυρισμούς που αποτελούν επίσης αντικείμενο εκκρεμούς έρευνας της ΠΚΔΠ. Στον βαθμό που μια άλλη έρευνα καταλήγει σε συμπέρασμα σχετικά με Διακρίσεις, Παρενόχληση ή Αντίποινα λόγω Προστατευόμενου χαρακτηριστικού, τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η έρευνα ΠΚΔΠ υπερισχύουν, εκτός εάν ο Α’ αντιπρόεδρος και προϊστάμενος ανθρώπινου δυναμικού ή/και ο αντιπρόεδρος διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας κρίνουν ότι η έκβαση της άλλης έρευνας (ή των άλλων ερευνών) πρέπει να έχει προτεραιότητα.

 

XIV.   Πρόσθετες πληροφορίες προς τους εργαζομένους, που απαιτούνται από την Πολιτεία της Νέας Υόρκης

 

Η Πολιτεία της Νέας Υόρκης απαιτεί από τους εργοδότες να παρέχουν στους εργαζόμενους, τους αιτούντες εργασία, τους αναδόχους εργολαβιών και άλλα πρόσωπα που συναλλάσσονται με τον εργοδότη πληροφορίες σχετικά με τη νομική προστασία και τα εξωτερικά ένδικα βοηθήματα αναφορικά με ισχυρισμούς περί σεξουαλικής παρενόχλησης. Τα στοιχεία παρατίθενται στο Παράρτημα Δ.

 

Παρ’ ότι ο Καταγγέλλων δεν χρειάζεται πληρεξούσιο δικηγόρο για να υποβάλει καταγγελία ενώπιον κρατικής υπηρεσίας ή δικαστηρίου, οι Καταγγέλλοντες μπορούν να συμβουλευτούν δικηγόρο. Το Γραφείο ανθρώπινου δυναμικού, το Γραφείο του πανεπιστημιακού διαμεσολαβητή, το Γραφείο του νομικού συμβούλου, το Γραφείο διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας και ο αναπληρωτής αντιπρόεδρος τήρησης πολιτικών δικαιωμάτων ή/και ο προϊστάμενος ερευνών σχετικά με ατομικά δικαιώματα μπορούν να απαντήσουν σε ερωτήσεις σχετικά με την παρούσα Πολιτική, και υπό κανονικές συνθήκες κανένας εργαζόμενος ή εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου δεν μπορεί να παράσχει νομικές συμβουλές σε Καταγγέλλοντα, Καταγγελλόμενο ή Μάρτυρα.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

Παράρτημα Δ: Παραδείγματα συμπεριφορών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παρενόχληση

 

Οι συμπεριφορές με βάση Προστατευόμενο χαρακτηριστικό που θα μπορούσαν να συνιστούν Παρενόχληση ή να οδηγήσουν σε καταγγελίες για Παρενόχληση περιλαμβάνουν ενδεικτικά τις εξής:

  • σωματική βία, απειλές σωματικής βίας, σωματικός εκφοβισμός ή παρενοχλητική παρακολούθηση,
  • προβολή μειωτικού υλικού στον χώρο εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της προβολής σε υπολογιστές του χώρου εργασίας, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε κινητά τηλέφωνα ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος που είναι ορατό σε άλλα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, όπως:
    • εικόνες, αφίσες ή αντικείμενα, για παράδειγμα, μειωτικές γελοιογραφίες, κούκλες ή τεχνουργήματα ή
    • κείμενο, γκράφιτι ή γραπτά μηνύματα εκφοβισμού, όπως οι χαρακτηρισμοί, οι προσβολές ή οι απειλές,
  • άλλες συμπεριφορές, όπως μειωτικά αστεία, υποτιμητικές δηλώσεις, λεκτικοί χαρακτηρισμοί ή προσβολές ή δραστηριότητες που υποδηλώνουν στερεότυπα,
  • πράξεις μικροεπιθετικότητας, όπως τα αυθαίρετα συμπεράσματα σχετικά με το επίπεδο νοημοσύνης με βάση το φύλο ή τη φυλή, σχόλια όπως «Από πού είστε πραγματικά;» ή η αξιωματική παραδοχή ότι ένα πρόσωπο θα κρατήσει τα πρακτικά μιας συνεδρίασης λόγω του φύλου του,
  • ενέργειες με τις οποίες θίγεται, καταστρέφεται ή φθείρεται ο χώρος εργασίας, τα εργαλεία ή ο εξοπλισμός ενός προσώπου ή ενέργειες που θίγουν με άλλον τρόπο την ικανότητα του ατόμου να εκτελεί την εργασία του,
  • σχόλια επί των σωματικών χαρακτηριστικών, της ένδυσης ή του τρόπου ζωής ενός ατόμου με τρόπο που μειώνει ένα άτομο λόγω υπαγωγής του σε Προστατευόμενο χαρακτηριστικό,
  • δολιοφθορά στην εργασία ενός ατόμου λόγω υπαγωγής του σε Προστατευόμενο χαρακτηριστικό, ή
  • εκφοβισμός, φωνές ή χαρακτηρισμοί λόγω υπαγωγής του ατόμου σε Προστατευόμενο χαρακτηριστικό.
Παράρτημα Δ: Παραδείγματα συμπεριφορών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν σεξουαλική παρενόχληση

 

Παραδείγματα συμπεριφορών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν σεξουαλική παρενόχληση ή να οδηγήσουν σε καταγγελίες για Σεξουαλική παρενόχληση περιλαμβάνουν, ενδεικτικά, τις εξής:

  • σωματικές γενετήσιες πράξεις, όπως:
    • ανεπιθύμητα και σκόπιμο άγγιγμα, τσίμπημα, χάδι, φιλί, αγκάλιασμα, πιάσιμο, φευγαλέο άγγιγμα του σώματος πάνω στο σώμα άλλου ατόμου ή σκούντημα στο σώμα ή τα ρούχα άλλου ατόμου.
  • Σεξουαλικές προσεγγίσεις ή προτάσεις που είναι ανεπιθύμητες, όπως:
    • Αιτήματα για σεξουαλικές πράξεις με μορφή ανταλλάγματος, που συνοδεύονται από σιωπηρές ή φανερές απειλές/υποσχέσεις ότι η άρνηση ή η προθυμία του προσώπου να υποκύψει θα επηρεάσει την κατάσταση, τον μισθό, την εξέλιξη, την αξιολόγηση της απόδοσης, την προαγωγή ή άλλες παροχές (όπως η παροχή δώρων) ή βλαπτικές μεταβολές (μπορεί επίσης να συνιστούν συμπεριφορά του Τίτλου IX),
    • διακριτική ή εμφανή πίεση για ανεπιθύμητες σεξουαλικές δραστηριότητες,
    • σεξουαλικές ερωτοτροπίες (συμπεριλαμβανομένων των λάγνων βλεμμάτων ή της πίεσης για συμμετοχή σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις) ή
    • χειρονομίες, θόρυβοι, σχόλια και αστεία με σεξουαλικό προσανατολισμό ή ερωτήσεις και σχόλια σχετικά με τη σεξουαλικότητα ενός προσώπου.
  • επίδειξη σεξουαλικού υλικού ή υλικού που είναι μειωτικό από σεξουαλικής πλευράς οπουδήποτε στον χώρο εργασίας, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά εικόνων, αφισών, ημερολογίων, γκράφιτι, αντικειμένων, κειμένων ή άλλου υλικού που είναι μειωτικό από σεξουαλικής πλευράς ή πορνογραφικό. Περιλαμβάνεται η προβολή σε υπολογιστές του χώρου εργασίας, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε κινητά τηλέφωνα ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος που είναι ορατό σε άλλα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.
  • πράξεις που υποδηλώνουν στερεότυπα για τους έμφυλους ρόλους, οι οποίες εκδηλώνονται όταν η συμπεριφορά ή τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας ενός ατόμου αξιολογούνται με βάση τις ιδέες ή τις αντιλήψεις κάποιου άλλου σχετικά με το πώς πρέπει να μοιάζει ή να ενεργεί ένα συγκεκριμένο κοινωνικό φύλο, και οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν σχόλια σχετικά με την έκφραση φύλου ενός ατόμου ή να ζητείται από ένα άτομο να αναλάβει παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους.
  • Επιθετικές ενέργειες εναντίον ενός ατόμου λόγω του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας ή της έκφρασης φύλου του ατόμου, συμπεριλαμβανομένων των διεμφυλικών και των διευρυμένων ταυτοτήτων φύλου[13], είτε αυτοπροσώπως είτε με άλλα μέσα, όπως:
  • ενέργειες με τις οποίες θίγεται, καταστρέφεται ή φθείρεται ο χώρος εργασίας, τα εργαλεία ή ο εξοπλισμός ενός προσώπου ή ενέργειες που θίγουν με άλλον τρόπο στην ικανότητα του ατόμου να εκτελεί την εργασία λόγω του φύλου του,
  • διατύπωση σχολίων σχετικά με το σώμα, τον ρουχισμό ή τον τρόπο ζωής ενός ατόμου, τα οποία σχόλια έχουν σεξουαλικές προεκτάσεις ή μειώνουν τη σεξουαλικότητα ή το κοινωνικό φύλο του ατόμου,
  • δολιοφθορά στην εργασία ενός ατόμου λόγω του φύλου του ατόμου,
  • εκφοβισμός, φωνές ή χαρακτηρισμοί λόγω του φύλου του ατόμου,
  • λάθος χρήση των προτιμώμενων αντωνυμιών ενός ατόμου με τρόπο σκόπιμο, επίμονο και υποτιμητικό ή
  • δημιουργία διαφορετικών προσδοκιών για άτομα με βάση τις αντιληπτές ταυτότητές τους.

 

Πληροφορίες για την ποικιλομορφία ως προς το φύλο από το Πρότυπο πολιτικής κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης

Η κατανόηση της ποικιλομορφίας ως προς το φύλο είναι απαραίτητη για την αναγνώριση της σεξουαλικής παρενόχλησης επειδή οι διακρίσεις με βάση τα στερεότυπα των φύλων, την έκφραση φύλου και την αντιληπτή ταυτότητα φύλου αποτελούν μορφές παράνομων διακρίσεων. Αν και το φάσμα των φύλων αποτελεί ένα συνεχές με επιμέρους διαβαθμίσεις, οι τρεις πιο συνηθισμένοι τρόποι με τους οποίους αυτοπροσδιορίζονται τα άτομα είναι μη διεμφυλικά (cisgender), διεμφυλικά και το μη δυαδικά (non-binary). Μη διεμφυλικό (cisgender) είναι το άτομο του οποίου το κοινωνικό φύλο ευθυγραμμίζεται με το βιολογικό φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση. Γενικά αυτό το φύλο θα ευθυγραμμίζεται με τη δυαδικότητα αρσενικού ή θηλυκού. Διεμφυλικό είναι το άτομο του οποίου το κοινωνικό φύλο είναι διαφορετικό από το βιολογικό φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση. Ένα μη δυαδικό άτομο δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό φύλο.

 

Η διατύπωση «ταυτότητα ή έκφραση φύλου» αναφέρεται στην πραγματική ή αντιληπτή ταυτότητα, εμφάνιση, συμπεριφορά, έκφραση ή άλλα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το κοινωνικό φύλο ενός ατόμου, ανεξάρτητα από το βιολογικό φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση, συμπεριλαμβανομένης ενδεικτικά της ιδιότητας του διεμφυλικού ατόμου. Η ταυτότητα ενός ατόμου αναφορικά με το κοινωνικό φύλο μπορεί να περιλαμβάνει την ταύτιση με περισσότερα από ένα κοινωνικά φύλα ή τη μη ταύτιση με κανένα κοινωνικό φύλο.

 

Παράρτημα Γ: Παραδείγματα συμπεριφορών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν Αντίποινα

Ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, τα παραδείγματα Αντιποίνων θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ενδεικτικά τα εξής:

  • τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με το αν ένα άτομο έχει συμμετάσχει ή όχι σε προστατευόμενη δραστηριότητα ή ο εξοστρακισμός οποιουδήποτε ατόμου που το πράττει,
  • απειλές απόλυσης, μεταθέσεις και αλλαγές στον τόπο εργασίας, δυσμενείς αξιολογήσεις απόδοσης, άρνηση προαγωγής ή μονιμοποίησης, άρνηση εργασιακών παροχών, υποβιβασμός, διαθεσιμότητα ή απόλυση, απόρριψη αιτήματος εύλογης διευκόλυνσης, μείωση ωραρίου ή τοποθέτηση σε λιγότερο επιθυμητές βάρδιες/τοποθεσίες εργασίας,
  • μια κλιμάκωση παρενοχλητικής συμπεριφοράς ως απάντηση καταγγελίας, όπως η διατύπωση απειλών σωματικής βίας,
  • υποβολή ψευδών αναφορών σε κρατικές αρχές (π.χ. διωκτικές αρχές, αρχές αδειοδότησης),
  • απειλές απέλασης, κίνηση διαδικασιών ενώπιον των μεταναστευτικών αρχών ή
  • δυσμενείς ακαδημαϊκές ενέργειες σε βάρος ενός φοιτητή, που θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν μειωμένο βαθμό, αρνητική συστατική επιστολή, αρνητικά σχόλια για τον φοιτητή σε ακαδημαϊκές συναντήσεις ή συνέδρια ή περιορισμό της πρόσβασης σε μια ακαδημαϊκή ευκαιρία.

 

Παράρτημα Δ: Πρόσθετες πληροφορίες προς τους εργαζομένους, που απαιτούνται από την Πολιτεία της Νέας Υόρκης

Η Πολιτεία της Νέας Υόρκης απαιτεί από τους εργοδότες να παρέχουν στους εργαζόμενους, τους αιτούντες εργασία, τους αναδόχους εργολαβιών και άλλα πρόσωπα που συναλλάσσονται με τον εργοδότη πληροφορίες σχετικά με τη νομική προστασία και τα εξωτερικά ένδικα βοηθήματα αναφορικά με ισχυρισμούς περί σεξουαλικής παρενόχλησης. Παρατίθεται στη συνέχεια κείμενο από το επικαιροποιημένο Πρότυπο πολιτικής κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης για όλους τους εργοδότες στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης (New York State Model Sexual Harassment Policy for All Employers in New York State).

 

Η σεξουαλική παρενόχληση απαγορεύεται όχι μόνο από το Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ, αλλά και από την πολιτειακή, ομοσπονδιακή και, κατά περίπτωση, τοπική νομοθεσία.

 

Η εσωτερική διαδικασία που περιγράφεται παραπάνω στην Πολιτική αποτελεί έναν τρόπο για να καταγγείλουν οι εργαζόμενοι σεξουαλική παρενόχληση. Οι εργαζόμενοι και τα καλυπτόμενα άτομα μπορούν επίσης να επιλέξουν να ασκήσουν ένδικα βοηθήματα ενώπιον των παρακάτω κυβερνητικών φορέων. Παρόλο που δεν απαιτείται πληρεξούσιος δικηγόρος για την υποβολή καταγγελίας ενώπιον κρατικής υπηρεσίας, μπορείτε επίσης να ζητήσετε νομικές συμβουλές από δικηγόρο.

 

Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Πολιτείας της Νέας Υόρκης (New York State Division of Human Rights)

Ο νόμος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (New York State Human Rights Law), 15, § 290 επ., ισχύει για όλους τους εργοδότες στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης και προστατεύει τους εργαζόμενους και τα καλυπτόμενα άτομα, ανεξαρτήτως μεταναστευτικού καθεστώτος. Καταγγελία για παραβίαση του νόμου περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να υποβληθεί είτε στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Πολιτείας της Νέας Υόρκης είτε στο Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης.

 

Καταγγελίες για διακρίσεις ή παρενόχληση (συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης) που κατατίθενται στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Πολιτείας της Νέας Υόρκης μπορούν να υποβληθούν οποιαδήποτε στιγμή εντός τριών ετών από τη φερόμενη ως παράνομη πρακτική (ή πρακτικές) που εισάγει διακρίσεις. Εάν ένα άτομο δεν υποβάλει καταγγελία στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μπορεί να ασκήσει αγωγή απευθείας ενώπιον πολιτειακού δικαστηρίου δυνάμει του νόμου περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντός τριών ετών από τη φερόμενη ως παράνομη πρακτική (ή πρακτικές) που εισάγει διακρίσεις. Δεν μπορεί κάποιος να υποβάλει καταγγελία στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εάν έχει ήδη υποβάλει καταγγελία δυνάμει του νόμου περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενώπιον πολιτειακού δικαστηρίου. Η εσωτερική καταγγελία προς στο Πανεπιστήμιο δεν παρατείνει το χρονικό διάστημα για να υποβάλετε καταγγελία στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή ενώπιον δικαστηρίου. Τα τρία έτη υπολογίζονται από την ημερομηνία του πιο πρόσφατου περιστατικού παρενόχλησης. Δεν χρειάζεστε δικηγόρο για να υποβάλετε καταγγελία στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η υποβολή καταγγελίας στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι δωρεάν.

Το Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα διερευνήσει την καταγγελία σας και θα κρίνει αν πιθανολογείται η διάπραξη σεξουαλικής παρενόχλησης. Στις υποθέσεις με πιθανολόγηση πραγματοποιείται δημόσια συνεδρίαση ενώπιον διοικητικού δικαστή. Εάν κατά τη συνεδρίαση διαπιστωθεί σεξουαλική παρενόχληση, το Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει την αρμοδιότητα να διατάξει μέτρα. Τα μέτρα ποικίλλουν, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν την υποχρέωση του εργοδότη σας να προβεί σε ενέργειες για την παύση της παρενόχλησης ή την αποκατάσταση της βλάβης που προκλήθηκε λόγω της παρενόχλησης, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής χρηματικής αποζημίωσης, αποζημίωσης με χαρακτήρα ποινής, αμοιβών δικηγόρων και αστικών προστίμων.

 

Τα στοιχεία επικοινωνίας του κεντρικού γραφείου του Τμήματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι: NYS Division of Human Rights, One Fordham Plaza, Fourth Floor, Bronx, New York 10458. Μπορείτε να καλέσετε στο (718) 741-8400 ή να μεταβείτε στη διεύθυνση: www.dhr.ny.gov.

 

Μεταβείτε στη διεύθυνση dhr.ny.gov/complaint για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την υποβολή καταγγελίας στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η ιστοσελίδα διαθέτει μια ηλεκτρονική διαδικασία υποβολής καταγγελιών που μπορεί να ολοκληρωθεί μέσω υπολογιστή ή κινητής συσκευής από την αρχή ως το τέλος.
Η ιστοσελίδα διαθέτει ένα έντυπο καταγγελίας που μπορεί να μεταφορτωθεί, να συμπληρωθεί και να ταχυδρομηθεί στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και ένα έντυπο που μπορεί να υποβληθεί ηλεκτρονικά. Η ιστοσελίδα περιλαμβάνει επίσης τα στοιχεία επικοινωνίας των περιφερειακών γραφείων του Τμήματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε όλη την Πολιτεία της Νέας Υόρκης.

 

Καλέστε τη γραμμή σεξουαλικής παρενόχλησης του Τμήματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο τηλέφωνο 1(800) HARASS3 για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την υποβολή καταγγελίας για σεξουαλική παρενόχληση.  Αυτή η τηλεφωνική γραμμή μπορεί επίσης να σας παραπέμψει σε έναν εθελοντή δικηγόρο με εμπειρία σε θέματα σεξουαλικής παρενόχλησης, ο οποίος μπορεί να σας προσφέρει δωρεάν περιορισμένη συνδρομή και συμβουλές μέσω τηλεφώνου.

 

Θέσεις σχετικά με τις αποφάσεις αναπαραγωγικής υγείας

Το δίκαιο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης απαγορεύει τις διακρίσεις και τα αντίποινα στην απασχόληση με βάση τις αποφάσεις που λαμβάνει για την αναπαραγωγική του υγεία ένας εργαζόμενος ή ένα πρόσωπο εξαρτώμενο από τον εργαζόμενο. Συμπεριλαμβάνεται, ενδεικτικά, η απόφαση για χρήση ή πρόσβαση σε συγκεκριμένο φάρμακο, συσκευή ή ιατρική υπηρεσία (στο εξής «αποφάσεις αναπαραγωγικής υγείας».

 

Αποτελεί παράνομη πρακτική απασχόλησης η από μέρους ενός εργοδότη πρόσβαση στα προσωπικά στοιχεία ενός εργαζομένου σχετικά με τις αποφάσεις αναπαραγωγικής υγείας του ιδίου ή εξαρτώμενου από αυτόν προσώπου χωρίς της προηγούμενη, κατόπιν ενημέρωσης, ρητή έγγραφη συναίνεση του εργαζομένου. Παράνομη πρακτική απασχόλησης αποτελεί επίσης η απαίτηση προς εργαζόμενο να υπογράψει παραίτηση από δικαίωμα ή άλλο έγγραφο με το οποίο σκοπείται η αποστέρηση του δικαιώματος του εργαζομένου να λαμβάνει τις δικές του αποφάσεις αναπαραγωγικής υγείας.

 

Οποιοσδήποτε εργαζόμενος θεωρεί ότι υφίσταται παραβίαση της παρούσας πολιτικής θα πρέπει να καταγγείλει το ζήτημα που του προκαλεί ανησυχία στη διεύθυνση PADH@rochester.edu. Το Πανεπιστήμιο θα ερευνήσει τις εν λόγω καταγγελίες και θα προβεί στις ενδεδειγμένες διορθωτικές ενέργειες. Ένας εργαζόμενος μπορεί επίσης να καταθέσει αγωγή ιδιωτικά και να ζητήσει μέσα αποκατάστασης στο μέτρο που διατίθενται βάσει του εφαρμοστέου δικαίου. Απαγορεύονται οι διακρίσεις και τα αντίποινα σε βάρος εργαζομένων που ασκούν δικαιώματα βάσει της παρούσας πολιτικής.

 

Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης των Ηνωμένων Πολιτειών

Η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης των Ηνωμένων Πολιτειών (United States Equal Employment Opportunity Commission) εφαρμόζει την ομοσπονδιακή νομοθεσία κατά των διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένου του τίτλου VII του ομοσπονδιακού νόμου περί πολιτικών δικαιωμάτων του 1964, 42 U.S.C. § 2000e επ. Μπορεί κάποιος να υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης ανά πάσα στιγμή εντός 300 ημερών από το πιο πρόσφατο περιστατικό παρενόχλησης. Η υποβολή καταγγελίας στην Επιτροπή γίνεται δωρεάν. Η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης θα ερευνήσει την καταγγελία και θα κρίνει αν πιθανολογείται ότι συνέτρεξαν διακρίσεις. Εάν η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης κρίνει ότι ο νόμος ίσως έχει παραβιαστεί, θα προσπαθήσει να καταλήξει σε εθελούσιο συμβιβασμό με τον εργοδότη. Εάν η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης δεν μπορέσει να καταλήξει σε συμβιβασμό, η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης (ή το Υπουργείο Δικαιοσύνης σε ορισμένες περιπτώσεις) θα αποφασίσει εάν θα καταθέσει αγωγή.
Η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης θα εκδώσει ενημέρωση για το δικαίωμα άσκησης αγωγής, που θα επιτρέπει στους εργαζόμενους να καταθέσουν αγωγή ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου, εάν η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης κλείσει την υπόθεση, εάν δεν είναι σε θέση να κρίνει εάν παραβιάστηκε η ομοσπονδιακή νομοθεσία περί διακρίσεων στην εργασία ή εάν πιστεύει ότι συνέτρεξαν παράνομες διακρίσεις αλλά δεν καταθέσει αγωγή.

 

Τα άτομα μπορούν να επιτύχουν δικαίωση μέσω διαμεσολάβησης, συμβιβασμού ή συνδιαλλαγής. Επιπλέον, τα ομοσπονδιακά δικαστήρια μπορούν να επιδικάσουν μέσα έννομης προστασίας εάν διαπιστωθεί ότι συνέτρεξαν διακρίσεις. Σε γενικές γραμμές οι εργοδότες του ιδιωτικού τομέα πρέπει να έχουν τουλάχιστον 15 εργαζόμενους για να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης.

 

Ένας εργαζόμενος που ισχυρίζεται ότι υφίσταται διακρίσεις στην εργασία του μπορεί να υποβάλει «καταγγελία για διακρίσεις». Η Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης διαθέτει περιφερειακά και τοπικά γραφεία στα οποία μπορούν να υποβληθούν καταγγελίες. Επικοινωνήστε με την Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης καλώντας στο τηλέφωνο 1-800-669-4000 (TTY: 1-800-669-6820), μεταβαίνοντας στην ιστοσελίδα της στη διεύθυνση www.eeoc.gov ή μέσω email στη διεύθυνση info@eeoc.gov.

 

Εάν κάποιος υποβάλει διοικητική καταγγελία στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, το Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα καταθέσει αυτόματα την καταγγελία στην Επιτροπή Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης για να διατηρήσει το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου.

 

Τοπικά μέσα προστασίας

Πολλές τοπικές αρχές εφαρμόζουν νομοθεσία που προστατεύει τα άτομα από τη σεξουαλική παρενόχληση και τις διακρίσεις. Πρέπει κανείς να επικοινωνήσει με τις αρχές της κομητείας, της πόλης ή της κωμόπολης στην οποία ζει για να μάθει αν υπάρχει τέτοια νομοθεσία. Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στην πόλη της Νέας Υόρκης μπορούν να υποβάλουν καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση ή διακρίσεις στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της πόλης της Νέας Υόρκης. Επικοινωνήστε με το κεντρικό της γραφείο στη διεύθυνση:
Law Enforcement Bureau of the NYC Commission on Human Rights, 22 Reade Street, 1st Floor, New York, New York- καλέστε το 311 ή το (212) 306-7450; ή μεταβείτε στην ιστοσελίδα www.nyc.gov/html/cchr/html/home/home.shtml.

 

Επικοινωνήστε με το τοπικό αστυνομικό τμήμα

Εάν η παρενόχληση περιλαμβάνει ανεπιθύμητο σωματικό άγγιγμα, σωματικό περιορισμό διά της βίας ή σεξουαλικές πράξεις διά της βίας, η συμπεριφορά μπορεί να συνιστά ποινικό αδίκημα. Τα πρόσωπα που επιθυμούν την άσκηση ποινικής δίωξης παροτρύνονται να επικοινωνήσουν με το Τμήμα Δημόσιας Ασφάλειας του Πανεπιστημίου ή με το τοπικό αστυνομικό τμήμα.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αριθμός πολιτικής

106

 

Αρχή έκδοσης

Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ

 

Υπεύθυνος

Julia Green

 

Στοιχεία επικοινωνίας

julia.green@rochester.edu

ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΠΟΡΟΙ

Έντυπο αναφοράς ΠΚΔΠ (https://rochester-gme-advocate.symplicity.com/public_report/index.php/ pid818927?rep_type=1002)

Πολιτική Τίτλου IX
https://www.rochester.edu/policies/wp-content/uploads/2024/09/Title-IX-Policy.pdf

Πολιτική σχετικά με τα σεξουαλικά παραπτώματα φοιτητών  https://www.rochester.edu/sexualmisconduct/assets/pdf/StudentSexualMisconductPolicy.pdf

Κανόνες δεοντολογίας φοιτητών  https://www.rochester.edu/college/cscm/assets/pdf/standards-of-student-conduct.pdf

 

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

 

  • # 102 Απαγόρευση των διακρίσεων στην απασχόληση

(https://www.rochester.edu/policies/policy/non-discrimination-in-employment-policy/)

 

[1]           Οι Κανόνες δεοντολογίας φοιτητών (Standards of Student Conduct) και οι σχετικές διαδικασίες ισχύουν για αναφορές με τις οποίες προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ένας φοιτητής προέβη σε διακρίσεις ή/και παρενόχληση με βάση Προστατευόμενα χαρακτηριστικά.

[2]           Το άρθρο 296 του νόμου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων
(New York State Human Rights Law) αναγνωρίζει ένα φάσμα ταυτοτήτων φύλου και απαιτεί από τους εργοδότες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Πολιτείας της Νέας Υόρκης να απαγορεύουν και να αντιδρούν στις διακρίσεις και στην παρενόχληση με βάση την ταυτότητα ή την έκφραση φύλου.

[3]           Όταν ο Καταγγελλόμενος εργάζεται είτε στο Γραφείο διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας είτε στο Τμήμα ανθρώπινου δυναμικού, θα επιλεγεί να υπηρετήσει ένα άτομο από τις τάξεις του εν λόγω Γραφείου ή του εν λόγω Τμήματος με κατάλληλη εκπαίδευση και χωρίς σύγκρουση συμφερόντων ή θα επιλεγεί να υπηρετήσει στην Επιτροπή ένα άλλο εκπαιδευμένο μέλος του διοικητικού προσωπικού αντί για έναν εκπρόσωπο του εν λόγω Γραφείου ή του εν λόγω Τμήματος.
Ένας εκπρόσωπος του Γραφείου διασύνδεσης και εμπλουτισμού της πανεπιστημιακής κοινότητας ή του Τμήματος ανθρώπινου δυναμικού που διορίζεται σε Επιτροπή μπορεί να ζητήσει να εξαιρεθεί αν δεν μπορεί να υπηρετήσει με αμεροληψία.

[4]           Όπως σημειώνεται στην υποσημείωση 1, το δίκαιο της πολιτείας της Νέας Υόρκης ορίζει την ταυτότητα φύλου, την έκφραση φύλου και την ιδιότητα του διεμφυλικού ατόμου ως Προστατευόμενα χαρακτηριστικά.

[5]           Βλ. υποσημειώσεις 1 και 4.

[6]           Όπως χρησιμοποιείται στην παρούσα Πολιτική, η έννοια του «ανυπέρβλητου κωλύματος» πρέπει να ερμηνεύεται ώστε να περιλαμβάνει την αναρρωτική άδεια και άλλες άδειες, τις διακοπές και οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες που έχουν ως συνέπεια την παρατεταμένη απουσία ενός Εμπλεκόμενου μέρους από το ακαδημαϊκό περιβάλλον ή τον χώρο εργασίας.

[7]           Όπως χρησιμοποιείται στην παρούσα Πολιτική, η έννοια του «ανυπέρβλητου κωλύματος» πρέπει να ερμηνεύεται ώστε να περιλαμβάνει την αναρρωτική άδεια και άλλες άδειες, τις διακοπές και οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες που έχουν ως συνέπεια την παρατεταμένη απουσία ενός Εμπλεκόμενου μέρους από το ακαδημαϊκό περιβάλλον ή τον χώρο εργασίας.

[8]           Όταν Εμπλεκόμενο μέρος είναι ένα μέλος του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, θα συγκαλείται πενταμελής Επιτροπή κρίσης προκειμένου να εξασφαλιστεί η παρουσία τουλάχιστον ενός μέλους του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού που δεν έχει διοικητικό ρόλο.

[9]           Όπως προβλέπεται στον Κώδικα δεοντολογίαςτου Πανεπιστημίου, η Εξελεγκτική επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να ορίσει τη διαδικασία διερεύνησης και ανταπόκρισης σε αναφορές για στελέχη και εφόρους του Πανεπιστημίου.  Η Εξελεγκτική επιτροπή μπορεί να δώσει την εντολή να προχωρήσει μια έρευνα και διαδικασία λήψης απόφασης σύμφωνα με την παρούσα Πολιτική ή μπορεί να ορίσει ότι ενδείκνυται μια εναλλακτική διαδικασία.

[10]         Τα πειθαρχικά μέτρα που αφορούν το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό αποτελούν συστάσεις που μπορούν να ληφθούν υπόψη στη διάρκεια της διαδικασίας που ορίζεται στον Οδηγό για τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού και δεν επιβάλλονται από την Επιτροπή κρίσης.

[11]         Όταν αυτή η έκβαση κρίνεται ως η ενδεδειγμένη, κινείται η διαδικασία ανάκλησης της μονιμότητας που περιγράφεται στον Οδηγό για τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού.

[12]         Όπως χρησιμοποιείται στην παρούσα Πολιτική, η έννοια του «ανυπέρβλητου κωλύματος» πρέπει να ερμηνεύεται ώστε να περιλαμβάνει την αναρρωτική άδεια και άλλες άδειες, τις διακοπές και οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες που έχουν ως συνέπεια την παρατεταμένη απουσία ενός Εμπλεκόμενου μέρους από το ακαδημαϊκό περιβάλλον ή τον χώρο εργασίας.

[13]         Όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο της παρούσας Πολιτικής, το άρθρο 296 του νόμου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (New York State Human Rights Law) αναγνωρίζει ένα φάσμα ταυτοτήτων φύλου και απαιτεί από τους εργοδότες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Πολιτείας της Νέας Υόρκης να απαγορεύουν και να αντιδρούν στις διακρίσεις και στην παρενόχληση με βάση την ταυτότητα ή την έκφραση φύλου.